Σάββατο, 02 Σεπτεμβρίου 2017 14:26

Γερμανικές εκλογές: Οι βασικοί πολιτικοί σχηματισμοί

Γράφτηκε από την 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Συμμετοχή στον κυβερνητικό συνασπισμό ή αντιπολίτευση στην κυβέρνηση; Τα γερμανικά κόμματα μπορούν να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες: τα μεγάλα κόμματα των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και των Σοσιαλδημοκρατών (SPD), τα μικρότερα που θα καθορίσουν αν θα μπορέσει να σχηματιστεί κυβέρνηση πλειοψηφίας και τους αντιρρησίες συνείδησης.

Ακολουθεί μια παρουσίαση των έξι μεγαλύτερων κομμάτων της Γερμανίας και το τι αναμένουν από τις εκλογές:

Οι μεγάλες δυνάμεις: στόχος η καγκελαρία

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε όλες τις κυβερνήσεις της δυτικής Γερμανίας και στη συνέχεια της ενωμένης Γερμανίας συμμετείχε ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα: το CDU και οι Βαυαροί σύμμαχοί τους οι Χριστιανοκοινωνιστές (CSU) ή το SPD.

Τα δύο αυτά κόμματα έχουν συμμετάσχει μαζί και σε τρεις «μεγάλους συνασπισμούς», δύο εκ των οποίων υπό την καγκελάριο Άγγελα Μέρκελ, το 2005 και 2013.

Οι συντηρητικοί της Μέρκελ εμφανίζονται να είναι μπροστά στις δημοσκοπήσεις και φαίνεται πως θα διατηρήσουν την καγκελαρία με μια πολιτική γραμμή τοποθετημένη περισσότερο στο κέντρο, όμως θα χρειαστούν έναν ή δύο εταίρους για τον σχηματισμό κυβέρνησης πλειοψηφίας.

Το SPD θα μπορούσε λοιπόν να αποφασίσει μετά τις 24 Σεπτεμβρίου είτε να συμμετάσχει εκ νέου σε έναν μεγάλο συνασπισμό ή να βρεθεί στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ο Τίμο Λοχότσκι, πολιτικός αναλυτής στο German Marshall Fund, εκτιμά ότι ίσως «να κάνει καλό (στους Σοσιαλδημοκράτες) να περάσουν λίγο καιρό στην αντιπολίτευση». Διότι το πιο παλιό κόμμα της Γερμανίας περνά μια στρατηγική κρίση, αλλά και μια κρίση ταυτότητας: επειδή συμμετείχε στον κυβερνητικό συνασπισμό, οι πολίτες δεν ακούν το SPD όταν επικρίνει τη Μέρκελ.

Από την άλλη οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν ένα μέρος της λαϊκής βάσης τους, προχωρώντας το 2003 και το 2005 στη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας και των κοινωνικών επιδομάτων.

Φιλελεύθεροι και Πράσινοι: στόχος η συμμετοχή στην κυβέρνηση

Εδώ και καιρό οι Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP) θεωρούνται το κόμμα που μπορεί να φτιάχνει και να ρίχνει κυβερνητικούς συνασπισμούς. Ωστόσο το 2013 υπέστησαν μεγάλη ήττα συγκεντρώνοντας μόλις το 4,3%, γεγονός που τους εμπόδισε να εισέλθουν στη Μπούντεσταγκ. Η επιστροφή τους στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο θα αποτελέσει νίκη για τη νέα ηγεσία του κόμματος και θα τους καταστήσει ικανούς να συμμετάσχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό.

Οι Πράσινοι, που συμμετείχαν από το 1998 ως το 2005 στον κυβερνητικό συνασπισμό με το SPD, πρέπει να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους: επιθυμούν να συμμετάσχουν σε κυβερνητικό συνασπισμό με το CDU και το FDP, σε μια άνευ προηγουμένου συμμαχία σε ομοσπονδιακό επίπεδο ή θα μείνουν στην αντιπολίτευση;

Με το σταδιακό κλείσιμο των πυρηνικών σταθμών της Γερμανίας, που αποφασίστηκε το 2011, και την υιοθέτηση του γάμου μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου φέτος, οι Πράσινοι έχουν χάσει δύο από τα βασικά ζητήματα με τα οποία απευθύνονταν στους Γερμανούς και τώρα πρέπει να επαναδιατυπώσουν τις θέσεις τους και να βρουν νέα ταυτότητα.

AfD και Die Linke: παραμένουν στην αντιπολίτευση

Το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) δημιουργήθηκε το 2013 υιοθετώντας έναν λαϊκιστικό και αντιμεταναστευτικό χαρακτήρα. Στις δημοσκοπήσεις φαίνεται να συγκεντρώνει το 8% της πρόθεσης ψήφου και να εισέρχεται στη Μπούντεσταγκ, ωστόσο το ποσοστό αυτό είναι πολύ μικρότερο από το 15-16% που συγκέντρωνε το 2015, όταν ήταν στο απόγειό της η προσφυγική κρίση.

Από την πλευρά του το αριστερό Die Linke, που σχηματίστηκε το 2007 από πρώην κομμουνιστές της Ανατολικής Γερμανίας και απογοητευμένους του SPD, συμμετέχει σε κυβερνητικούς συνασπισμούς σε αρκετά περιφερειακά κοινοβούλια, μεταξύ των οποίων και του Βερολίνου. Ωστόσο η συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση υπό το SPD σε ομοσπονδιακό επίπεδο δεν φαίνεται προς το παρόν πιθανή.

Δεν ξέρετε ποιο κόμμα να ψηφίσετε; Ρωτήστε το Wahl-O-Meter!

Τρεις εβδομάδες πριν από τις εκλογές στη Γερμανία και με τουλάχιστον μία δημοσκόπηση να δείχνει πως σχεδόν οι μισοί από τους ψηφοφόρους δεν ξέρουν τι θα ψηφίσουν, η κυβέρνηση παρουσίασε ένα επικαιροποιημένο εργαλείο στο Ίντερνετ για να βοηθήσει τους πολίτες να αποφασίσουν.

Είκοσι έξι νέοι απ' όλη τη Γερμανία βοήθησαν στην επικαιροποίηση του «Wahl-O-Meter», ενός ιστότοπου ο οποίος συνδυάζει τον χρήστη με ένα κόμμα αφού αυτός απαντήσει σε μια σειρά πολιτικών ερωτήσεων.

Ο ιστότοπος εγκαινιάσθηκε την Τετάρτη και ένας από τους πρώτους που τον χρησιμοποίησαν ήταν ο Χουμπέρτους Χάιλ, γενικός γραμματέας των Σοσιαλδημοκρατών (SPD), των ήσσονων εταίρων στον κυβερνητικό συνασπισμό της καγκελαρίου Άγγελα Μέρκελ.

«Πήρα 100%», ανακοίνωσε αφού ολοκλήρωσε την 10λεπτη διαδικασία.

Οι χρήστες επιλέγουν αν συμφωνούν, διαφωνούν ή είναι ουδέτεροι σε 38 θέματα που προκρίθηκαν από 26 νέους ανθρώπους οι οποίοι επελέγησαν μεταξύ 500 εθελοντών. Τα θέματα επικεντρώνονται σε ζητήματα κλειδιά, όπως η αύξηση της επιτήρησης με κλειστό κύκλωμα παρακολούθηση, η αύξηση των φόρων στα αυτοκίνητα ντίζελ και ο καθορισμός ορίων για τη μετανάστευση.

Η Μέρκελ αναμένεται να κερδίσει μια τέταρτη θητεία, καθώς οι συντηρητικοί των ενώσεων CDU και CSU (οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Χριστιανοκοινωνιστές), διατηρούν διψήφιο προβάδισμα επί του SPD, παρά τις συνεχιζόμενες ανησυχίες για την απόφασή της το 2015 να επιτρέψει την είσοδο ενός εκατομμυρίου μεταναστών στη χώρα.

Όμως άγνωστο παραμένει ποια κόμματα θα συμμετάσχουν στην επόμενη κυβέρνηση συνασπισμού.

Δημοσκόπηση του ινστιτούτου Άλενσμπαχ την περασμένη εβδομάδα έδειξε πως 46% των ψηφοφόρων δεν έχουν ακόμη αποφασίσει τι θα ψηφίσουν -- πρόκειται για το υψηλότερο εδώ και δύο δεκαετίες ποσοστό τόσο κοντά στις εκλογές, οι οποίες θα διεξαχθουν στις 24 Σεπτεμβρίου.

Το εργαλείο για τους ψηφοφόρους είναι διαθέσιμο στο Ίντερνετ στη διεύθυνση www.wahl-o-mat.de ή μέσω εφαρμογών για τα κινητά τηλέφωνα. Μια πιο περιορισμένη αναλογική εκδοχή του εργαλείου αυτού θα περιοδεύσει επίσης στη Γερμανία τις επόμενες τρεις εβδομάδες για όσους δεν έχουν σύνδεση ον-λάιν.

Το εργαλείο αυτό υπήρχε και σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, ενώ σε άλλες χώρες είναι διαθέσιμες λιγότερο επίσημες εκδοχές του.

Όμως ο Τόμας Κρίγκερ, επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πολιτικής Αγωγής που το δημιούργησε, αναμένει ότι σ' αυτές τις εκλογές θα δεχθεί πολλά εκατομμύρια επισκέψεις.

Στις προηγούμενες εθνικές εκλογές το 2013 χρησιμοποιήθηκε περισσότερες από 13,2 εκατομμύρια φορές και αυτή τη φορά αναμένεται να το χρησιμοποιήσουν ακόμη περισσότεροι άνθρωποι, λέει.

«Είδαμε ότι περίπου το 6% των προσώπων που δεν σκόπευαν να συμμετάσχουν στις εκλογές, άλλαξαν γνώμη αφού χρησιμοποίησαν το εργαλείο», προσθέτει.

Ο Μάρκους Μπλούμε, γενικός γραμματέας της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης (CSU), του βαυαρικού αδελφού κόμματος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) της Μέρκελ, δήλωσε πως η συμμετοχή των ψηφοφόρων ήταν υψηλότερη σε πρόσφατες περιφερειακές εκλογές σε κρατίδια και πως ελπίζει ότι η τάση θα συνεχιστεί στις εθνικές εκλογές.

«Η Γερμανία βιώνει μια νέα πολιτικοποίηση επειδή ο κόσμος συνειδητοποιεί ότι ζούμε σε αβέβαιους καιρούς, ότι πολλά διακυβεύονται σ' αυτές τις βουλευτικές εκλογές και ότι το ποιος θα εκλεγεί έχει σημασία».

Ο Ρίχαρντ Χίλμερ, διευθυντής της δεξαμενής σκέψης Policy Matters στο Βερολίνο, δήλωσε πως το εργαλείο είναι κρίσιμης σημασίας ιδιαίτερα για νεαρούς ψηφοφόρους που δεν είχαν αναμιχθεί νωρίτερα στην πολιτική.

«Το ενδιαφέρον είναι σίγουρα μεγαλύτερο σ' αυτές τις εκλογές, αλλά το ίδιο και η αβεβαιότητα. Μένει να δούμε πώς αυτό θα επηρεάσει τη συμμετοχή. Μπορεί, αν οι άνθρωποι παραμείνουν αναποφάσιστοι, να μείνουν απλώς στα σπίτια τους».

Προεκλογική εκστρατεία «ύπνου» στη Γερμανία

Μια Καγκελάριος που αναζητεί τη θέση της στην Ιστορία. Ένας διεκδικητής που κυνηγά την ανατροπή, ελπίζοντας περισσότερο σε θαύμα. Τρία κόμματα που δίνουν μάχη είτε για την είσοδό τους στη Βουλή είτε για την τρίτη θέση είτε ακόμη και για την συμμετοχή σε κυβερνητικό συνασπισμό. Ένα νέο κόμμα που επιδιώκει να περάσει από το περιθώριο στην κεντρική σκηνή. Μια προεκλογική ατζέντα που δεν φαίνεται να συγκινεί τους Γερμανούς κι ένας δημόσιος διάλογος που μοιάζει να σχεδιάστηκε προκειμένου να μην αλλάξει τίποτα.

Σε μια χώρα οικονομικά εύρωστη, με πλεόνασμα που μόνο για το πρώτο εξάμηνο του 2017 φτάνει τα 18,3 δισεκατομμύρια ευρώ και ανεργία μόλις στο 3,7%, είναι ίσως αναμενόμενο η οικονομία να μην κυριαρχεί στην προεκλογική μάχη. Το γεγονός όμως ότι το προσφυγικό, με περισσότερους από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες να έχουν βρει καταφύγιο στην Γερμανία τα τελευταία δύο χρόνια και το θέμα της εσωτερικής ασφάλειας, μετά την τρομοκρατική επίθεση στην χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου, δεν βρίσκουν θέση στη συζήτηση ενόψει των εκλογών, προκαλεί σοβαρά ερωτηματικά – και όχι μόνο στην Γερμανία. «Τα ζητήματα αυτά δεν τίθενται στην προεκλογική περίοδο, η οποία έχει αποκληθεί και ‘εκστρατεία ύπνου’», αναφέρουν χαρακτηριστικά οι Financial Times, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι θέσεις των δύο μεγάλων κομμάτων στο προσφυγικό δεν απέχουν σημαντικά και επομένως δεν προσφέρονται για εκλογική εκμετάλλευση. Επιπλέον, η συζήτηση για τα θέματα ενσωμάτωσης των προσφύγων δεν ευνοεί παρά την AfD, η οποία υποδαυλίζει συστηματικά τα ξενοφοβικά πάθη.

Αντιθέτως, πολύς χρόνος αφιερώνεται στο ζήτημα της κυκλοφορίας των πετρελαιοκίνητων αυτοκινήτων, στο «ηλεκτρικό» μέλλον της αυτοκίνησης και στην …τιμωρία των γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών για το σκάνδαλο με τις εκπομπές καυσαερίων. Ούτε και εδώ όμως διαπιστώνονται ουσιαστικές διαφορές εκ μέρους του SPD, που προχώρησε ένα βήμα πιο πέρα προτείνοντας ακόμη και κοινοτική ποσόστωση για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Ούτε όμως στην κλιμακούμενη σύγκρουση με τον Ταγίπ Ερντογάν καταφέρνουν να διαφοροποιηθούν τα δύο μεγάλα κόμματα. Ο τούρκος Πρόεδρος πέτυχε άλλωστε να ενώσει τον γερμανικό πολιτικό κόσμο απέναντί του, όταν προέτρεψε δημοσίως το 1,2 εκατομμύριο των συμπατριωτών του που ζουν και ψηφίζουν στην Γερμανία, να μην ψηφίσουν ούτε Χριστιανοδημοκράτες ούτε Σοσιαλδημοκράτες ούτε Πράσινους. Ακόμη και αν οι τόνοι της κυρίας Μέρκελ είναι σαφώς πιο ήπιοι, οι κυρώσεις που ανακοίνωσε ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Εξωτερικών Ζίγκμαρ Γκάμπριελ σε βάρος της Τουρκίας, φέρουν και τη δική της υπογραφή ως Καγκελαρίου.

Την ίδια ώρα, σε μια προσπάθεια αξιοποίησης της συγκυρίας γενικευμένης δυσαρέσκειας για τον Πρόεδρο Τραμπ, ο Μάρτιν Σουλτς επιχειρεί επιστροφή σε παλιότερες σοσιαλδημοκρατικές θέσεις, όπως η απομάκρυνση των αμερικανικών πυρηνικών από το γερμανικό έδαφος ή ο περιορισμός των αμυντικών δαπανών, σε πείσμα των αμερικανικών παραινέσεων για αύξηση της συνεισφοράς της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ.

Οι δημοσκοπήσεις ωστόσο καταγράφουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα, σε ό,τι αφορά τα ζητήματα που θεωρούν σημαντικά οι ίδιοι οι πολίτες. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της εφημερίδας «Die Welt», στην κορυφή βρίσκεται η απαίτηση για την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών στην παιδεία και στη δεύτερη η φροντίδα των συνταξιούχων. Ακολουθούν η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας, η κοινωνική ασφάλιση, η κλιματική αλλαγή, τα θέματα της οικογένειας, ενώ στις τελευταίες θέσεις του καταλόγου βρίσκουμε την αύξηση των αμυντικών δαπανών, την ηλεκτροκίνηση και τον περιορισμό των προσφυγικών ροών.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΣΟΙΜΠΛΕ

Η Ελλάδα απούσα από την προεκλογική περίοδο

Η ολοκλήρωση της β΄ αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος είχε ως συνέπεια την επιστροφή στην κανονικότητα και την απομάκρυνση του ελληνικού θέματος από την επικαιρότητα. Αυτό άλλωστε αποτελούσε και σταθερή επιδίωξη του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε όλο το προηγούμενο διάστημα. Είναι προφανές ότι το Βερολίνο έχει κάθε λόγο ενόψει εκλογών να διαφημίζει την «επιτυχία» της ευρωπαϊκής του πολιτικής – και στην Ελλάδα. «Είμαστε καλύτερα από ό,τι πριν από έναν χρόνο, τότε ανησυχούσα περισσότερο», δήλωσε η κυρία Μέρκελ και εξέφρασε την πεποίθηση ότι η ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος θα φέρει και ανάπτυξη. Την ίδια ώρα ο κ. Σόιμπλε αφήνει να διαρρεύσουν τα σχέδιά του για μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε ευρωπαϊκό νομισματικό ταμείο, στο πρότυπο του ΔΝΤ και συζητά για το ελληνικό χρέος μόνο αν ερωτηθεί, για να τονίσει ότι ενδεχόμενη ελάφρυνση θα οδηγούσε σε χαλάρωση των μεταρρυθμίσεων.

Ένα πάντως από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά της επόμενης μέρας των γερμανικών εκλογών θα είναι και η παραμονή ή όχι του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στο υπουργείο Οικονομικών. Το γεγονός ότι είναι εκ νέου υποψήφιος βουλευτής στα 75 του χρόνια δείχνει ότι ο ίδιος δεν έχει σκοπό να συνταξιοδοτηθεί και, επομένως, δηλώνει «παρών» και για την θέση που κατέχει μέχρι σήμερα. Τα πάντα όμως θα εξαρτηθούν από το ποιος θα είναι ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός. Αν π.χ. σχηματιστεί κυβέρνηση CDU/CSU-FDP, με τους Φιλελεύθερους να έχουν ταχθεί επανειλημμένα υπέρ της προσωρινής εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, η ισορροπία μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση