Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014 08:00

Σοφία Καλαντζάκου: "Δεν φοβάμαι τον ΣΥΡΙΖΑ ανησυχώ για την Χρυσή Αυγή"

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Σοφία Καλαντζάκου: "Δεν φοβάμαι τον ΣΥΡΙΖΑ ανησυχώ για την Χρυσή Αυγή"

"Σήμερα όλοι καλούνται να προστατεύσουν το βιος τους και τις οικογένειές τους, τους κόπους μια ζωής και εκεί το κράτος πρέπει να τους συνδράμει και όχι να τους κόβει το δρόμο με γραφειοκρατικά εμπόδια, έλλειψη φαντασίας και πίστη σε συντεχνίες και μεμονωμένες ομάδες ενδιαφέροντος". Αυτό τονίζει η πρώην υφυπουργός και βουλευτής Μεσσηνίας Σοφία Καλαντζάκου στην συνέντευξη που παραχώρησε στην “Ε”.

Η κ. Καλαντζάκου απαντά σε ερωτήσεις για την κρίση, τις ευθύνες της κυβέρνησης Καραμανλή, τα λάθη του ΠΑΣΟΚ. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση δηλώνει πως δεν έχει επικοινωνία με τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, αλλά διευκρινίζει ότι αυτό δεν οφείλεται “στο ότι την περίοδο της διαδοχής δεν τον είχε στηρίξει”. Παράλληλα κ. Καλαντζάκου δηλώνει: “Διατηρώ επαφές με τον Καραμανλή και με πρώην συναδέλφους γιατί με ενδιαφέρει πάντα η εφαρμοσμένη πολιτική και έτσι από καιρού εις καιρόν ανταλλάσσουμε απόψεις πάνω σε μια ευρεία ατζέντα θεμάτων” και συμπληρώνει: “Δεν έκλεισα ποτέ την πόρτα της πολιτικής γιατί πιστεύω πως όσο και να απαξιώνονται οι πολιτικοί (με οι), η εφαρμοσμένη πολιτική είναι αυτή που θα μας βοηθήσει να θέσουμε τις σωστές βάσεις για το μέλλον, ώστε να μην ξαναπάθουμε ποτέ τα ίδια”. Για τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής παρατηρεί: “Είναι ανησυχητικά. Τόσα εκλεγμένα στελέχη στη φυλακή και τα ποσοστά τους εξακολουθούν να παραμένουν υψηλά! Συνεπώς δεν είναι περιστασιακό το φαινόμενο. Οι πολίτες στέλνουν μια κραυγή διαμαρτυρίας προς τους κυβερνώντες”. Ενώ για το ενδεχόμενο να κυβερνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ σημειώνει: “Δεν με φοβίζει το να έρθει ένα αριστερό κόμμα στην εξουσία. Αλλά στο προσωπικό του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν άνθρωποι που απλά δεν είναι κατάλληλοι να διαχειριστούν τις τύχες μας, όχι λόγω απειρίας αλλά λόγω πλήρους ακαταλληλότητας.”


Από την πολιτική  στο N.Y. University

 

- Μετά τις εκλογές του 2009 εγκαταλείψατε την πολιτική σκηνή της Ελλάδας, μετακομίσατε στις ΗΠΑ και διδάσκετε στο New York  University. Γιατί μεταναστεύσατε; 

«Μετά τη συντριβή της Νέας Δημοκρατίας το 2009, ήταν ξεκάθαρο ότι ο μεσαίος χώρος είχε εγκαταλείψει την παράταξη τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Είχα μια ανοικτή πρόσκληση να διδάξω στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και την αποδέχθηκα. Εκτοτε ακολουθώ ακαδημαϊκή καριέρα στο εξωτερικό που αποδεικνύεται όχι μόνο ενδιαφέρουσα αλλά με βοηθάει να επικαιροποιώ και να επεκτείνω τις γνώσεις μου στην ειδικότητά μου που είναι οι Διεθνείς Σχέσεις, Γεωστρατηγική και Ενέργεια. 

Ολα αυτά τα θέματα είναι καυτά σήμερα με τις εξελίξεις στον ενεργειακό χάρτη, τα προβλήματα της Μέσης Ανατολής, τις σχέσεις Ευρώπης-Ρωσίας, την εσωστρέφεια της ΕΕ, την κρισιμότητα της ορθολογικής διαχείρισης των φυσικών πόρων, κ.ά. Το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU) μου άνοιξε νέους ορίζοντες συνεργασιών με ιδρύματα από το Αμπού Ντάμπι, ως το Μόναχο και σύντομα και την Σαγκάη. 

Πάντως, δεν θεωρώ τον εαυτό μου μετανάστη. Ο σύζυγός μου και η μητέρα μου είναι Eλληνοαμερικανοί και η Νέα Υόρκη η δεύτερη πατρίδα μου. Με τον καιρό πάντως μου λείπει πολύ η Ελλάδα και έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ». 

- Ας πάρουμε τα γεγονότα με τη σειρά. Από το 2000 έως το 2009 ήσασταν βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας ενώ διατελέσατε και υφυπουργός στις κυβερνήσεις Καραμανλή. Μπορέσατε να προσφέρετε αυτά που θέλατε; 

«Κάνοντας μια αναδρομή θεωρώ πως η κυβέρνηση Καραμανλή προχώρησε σε μια σειρά από αλλαγές που ήταν απαραίτητες και συνεχίζονται και σήμερα. Ας πούμε για παράδειγμα την πρώτη μεγάλη ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων, τον ΑΜΚΑ, τη στήριξη της οικογένειας και τη συμφιλίωση της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Αλλά και αλλαγές στον ΟΑΕΔ τότε για να γίνεται καλύτερα και πιο εξατομικευμένα η σύζευξη απασχόλησης με την αγορά εργασίας. Αυτά έγιναν την περίοδο που ήμουν μέλος της κυβέρνησης ως υφυπουργός Απασχόλησης.  

Την εποχή πριν από το ξέσπασμα της κρίσης που μας κτύπησε σαν λαίλαπα, κάθε μεταρρύθμιση αποτελούσε Γολγοθά. Κανείς δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα γιατί όλοι είχαν μάθει να ελίσσονται μέσα σε ένα γνώριμο αν και αναποτελεσματικό σύστημα. 

Αναγνωρίζω στον Καραμανλή ότι είδε τα προβλήματα να μεγεθύνονται, ειδικά μετά το 2007 που η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε από τις τράπεζες του εξωτερικού ήρθε να ανατρέψει πολλά δεδομένα, παρόλο που οι τράπεζές μας δεν είχαν εκτεθεί ιδιαίτερα σε τοξικά προϊόντα. Είπε τότε ο Καραμανλής την αλήθεια στον ελληνικό λαό: Οτι θα χρειαζόταν να μαζέψουμε άμεσα την κατάσταση προτού δημιουργηθεί κρίση εμπιστοσύνης για τη βιωσιμότητα της οικονομίας μας στο εξωτερικό και στις αγορές που μας χρηματοδοτούσαν. Ενα τέτοιο μήνυμα βέβαια κανείς ποτέ δεν θέλει να το ακούσει, και το καταλαβαίνω, εξ ου και το εκλογικό αποτέλεσμα. Ομως το ΠΑΣΟΚ, γνωρίζοντας την κατάσταση εξαρχής, θα έπρεπε να μην έχει δώσει φρούδες ελπίδες στους πολίτες ενώ αντιλαμβάνονταν τους υπαρκτούς κινδύνους. 

Νομίζω πως και κατά τη διάρκεια της συμμετοχής μου στην κυβέρνηση, αλλά και σαν απλή βουλευτής, δούλεψα πολύ ενεργά και ουσιαστικά για τη Μεσσηνία. Οι διεκδικήσεις για το νομό δεν σταματούν ποτέ ούτε και οι ανάγκες και οι απαιτήσεις των πολιτών για καλύτερες υποδομές, καλύτερα νοσοκομεία και σχολεία, και φυσικά ευκαιρίες για απασχόληση. Οπως και να έχουν τα πράγματα σήμερα η Μεσσηνία, ιδιαίτερα μετά τις κυβερνήσεις της ΝΔ, έχει αλλάξει σημαντικά και αν δεν υπήρχε η γενικότερη κρίση θα είχαμε δει ακόμα πιο ξεκάθαρα τα επιτεύγματά μας. Χαρακτηριστικά αναφέρω πως η Καλαμάτα είναι λιγότερο από 2 ½ ώρες πια από την Αθήνα, η περιοχή μας έγινε τουριστικός προορισμός παγκοσμίου εμβέλειας, ο αρχαιολογικός χώρος της Μεσσήνης ανέδειξε την ιστορία μας και αποτελεί πόλο έλξης, οι επενδύσεις στον αγροτικό τομέα συνεχίζονται σταθερά, και τα έργα υποδομής συνεχίζονται». 

- Τι εμπόδισε τις κυβερνήσεις Καραμανλή να επανιδρύσουν το κράτος;

«Ετυχε το 2004 να είμαι εισηγήτρια ως βουλευτής σε μια πρώτη απόπειρα για αλλαγές στη Δημόσια Διοίκηση όταν υπήρχε η διάθεση για μεταρρυθμίσεις. Τα ΚΕΠ για παράδειγμα αποτέλεσαν μεγάλη τομή – που ξεκίνησαν πριν από εμάς και επεκτάθηκαν. Οι αλλαγές στην αυτοδιοίκηση που συνεχίστηκαν και συνεχίζονται για να έχουμε αποτελεσματικότερους δήμους και η χρηματοδότηση σημαντικών έργων στην περιφέρεια έδωσαν μεγάλη πνοή σε περιοχές εκτός Αττικής. 

Αλλά το πρόβλημα είναι ότι για να γίνουν μεταρρυθμίσεις πρέπει να υπάρξει βαθιά αλλαγή φιλοσοφίας σε μια κυβέρνηση. Για παράδειγμα είχα ερωτηθεί τότε από τον πρωθυπουργό γιατί οι Σκανδιναβοί αποδέχονται και επιτρέπουν το flexicurity και εμείς όχι. Εξήγησα ότι σε αυτές τις χώρες οι εργαζόμενοι δεν αφήνονται στο έλεος της ανεργίας αλλά ο αντίστοιχος ΟΑΕΔ τους παρακολουθεί -ας το πούμε πιο απλά- από την αρχή της εργασιακής τους ζωής, φροντίζει να επικαιροποιούν τις γνώσεις τους τακτικότατα και τους προετοιμάζει για μεγαλύτερη εργασιακή κινητικότητα. Μου είναι ξεκάθαρο συνεπώς ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν νοείται να γίνονται αποσπασματικά. Απαιτούν συνολική  προσέγγιση ώστε τα μέτρα και η προστασία να κουμπώνουν με τέτοιο τρόπο που να στηρίζουν -στην περίπτωση που προανέφερα- τον εργαζόμενο στην επαγγελματική του ζωή. 

Αυτή η διάσταση δεν έχει γίνει κατανοητή ακόμα και σήμερα. Βαπτίσαμε τις περικοπές μεταρρυθμίσεις. Δεν υπάρχει το εύρος και βάθος της ουσιαστικής συνεργασίας ανάμεσα στα υπουργεία και τους φορείς που απαιτούνται για να εκσυγχρονιστεί ολόκληρο το κράτος. Ομως εκ των πραγμάτων και μη θέλοντας να αδικήσω υπουργούς που πραγματικά τολμούν, παραδέχομαι πως γίνονται προσπάθειες ιδιαίτερα σε ορισμένα υπουργεία ώστε να ελπίζουμε πως τελικά θα δούμε αποτελεσματικότερες τομές». 

- Τι ποσοστό ευθύνης φέρουν οι κυβερνήσεις Καραμανλή για τη χρεοκοπία του 2010; Ή μήπως φέρει την αποκλειστική ευθύνη η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου; 

«Κανείς δεν ευθύνεται αποκλειστικά. Το οικοδόμημα που λέγεται ελληνικό κράτος το κτίσαμε όλοι μαζί πολίτες και πολιτικοί. Οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις φέρουν σοβαρή ευθύνη αν και οι βάσεις για τη λειτουργία του κράτους προϋπήρχαν του 1974. 

Ομως θεωρώ πως η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε διαγνώσει την αλλαγή του σκηνικού στο διεθνές οικονομικό στερέωμα, αλλά δυστυχώς επέλεξε την αντιπαράθεση και την απαξίωση του πολιτικού του αντιπάλου, ενώ έπρεπε να συνεργαστεί με την κυβέρνηση Καραμανλή για να προστατέψει την αξιοπιστία μας στο εξωτερικό. Μας έσυρε με τις σπασμωδικές κινήσεις, τους κακούς χειρισμούς και την υπερβολή σε έναν κατήφορο που τελειωμό δεν έχει. Διότι βέβαια ας μην αυταπατόμαστε, η κρίση δεν τελείωσε για την Ελλάδα». 

- Σήμερα ζείτε στις ΗΠΑ. Πώς βλέπει ο μέσος Αμερικάνος την ελληνική κρίση; Ενδιαφέρεται ή αδιαφορεί για όσα γίνονται σε μια χώρα που έγινε γνωστή στους νέους Αμερικάνους από τη… Μύκονο; 

«Κοιτάξτε, όσο παράξενο και να σας φαίνεται ο μέσος άνθρωπος, και ειδικά στις ΗΠΑ, δεν ασχολείται με το εξωτερικό. Αυτοί όμως που ενδιαφέρονται έχουν μια μιντιακή εικόνα της κρίσης που λέει ότι οι Ελληνες φταίνε για όλα. Η εικόνα που κυκλοφορεί είναι ότι είμαστε μια χώρα υπό διάλυση – ειδικά τότε που έπεφταν οι μολότωφ και είχαμε τις συγκρούσεις με την αστυνομία. Προβάλλουν δε συχνά την εικόνα πως μας έχει καταλάβει η ακροδεξιά Χρυσή Αυγή. Εδωσα πολλές συνεντεύξεις τον πρώτο καιρό σε μεγάλα κανάλια των ΗΠΑ για να αποκαταστήσω την αλήθεια και κυρίως να ερμηνεύσω τις αντιδράσεις των πολιτών. Στόχος μου ήταν να χαμηλώσουν τα εχθρικά ντεσιμπέλ εναντίον μας και να βάλω τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση. 

Αυτοί που επισκέπτονται την Ελλάδα σήμερα και έχουν αυτήν την εικόνα που προανέφερα στο μυαλό τους, απορούν γιατί δεν βλέπουν από πρώτη όψη την κρίση αφού ταξιδεύουν κυρίως σε τουριστικούς προορισμούς και στην Αθήνα κυκλοφορούν γύρω από την Ακρόπολη. Η Ελλάδα είναι ένα παράδεισος για αυτούς. Η αλήθεια είναι πως είμαστε μοναδικός τόπος. Για εκείνον λοιπόν που δεν χρειάζεται να ασχοληθεί με τα καθημερινά προβλήματα, τα πράγματα δείχνουν να πηγαίνουν πρύμνα». 

- Εσείς είστε αισιόδοξη για την πορεία της ελληνικής οικονομίας; 

«Είμαι αισιόδοξη γενικότερα αλλά έχω σοβαρές ενστάσεις επίσης. Η οικονομική κρίση δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα, είναι κυκλικό φαινόμενο οπότε θα ανανήψουμε κάποια στιγμή αφού και τα εργατικά κόστη έχουν συρρικνωθεί. 

Αισθάνομαι όμως σαν να βλέπουμε συνέχεια την ίδια ταινία, προβάλλεται πάντα το ίδιο ρεπερτόριο και μαζί με αυτό και οι τυπικές χιλιοειπωμένες λύσεις. 

Μιλάμε για παράδειγμα σχεδόν αποκλειστικά για το τουριστικό μας προϊόν το οποίο ευτυχώς μας διασώζει, επί του παρόντος. Τα κράτη της γειτονιάς μας ειδικά στη Μέση Ανατολή αντιμετωπίζουν τεράστια πολιτικά προβλήματα. Οι επισκέπτες τα αποφεύγουν και έρχονται σε μας τα τελευταία χρόνια. Χαίρομαι που οι τουρίστες γυρνούν ξανά στην Αθήνα γιατί ο τουρισμός της πόλης φέρνει σημαντική οικονομική κινητικότητα. Αυτό είναι πολύ καλό νέο. Ομως είναι λανθασμένη η εικόνα ότι σε όλη την Ελλάδα ο τουρισμός καλπάζει και δίνει ανάσα διότι εγώ η ίδια αλλά και πολλοί άλλοι εισπράξαμε διαφορετικά μηνύματα φέτος το καλοκαίρι. Για πρώτη φορά ένιωσα τόσο έντονα τη δυστοκία σε μέρη της επαρχίας που δεν αποτελούν γνωστούς τουριστικούς προορισμούς. Για παράδειγμα μέχρι τις 30 Ιουλίου στην Κυπαρισσία δεν είχαν κατέβει ούτε Αθηναίοι, ούτε φοιτητές, ούτε υπήρχαν τόσοι ξένοι επισκέπτες. Τα μαγαζιά, καφετέριες, εστιατόρια αλλά και η αγορά της πόλης που είναι εξαιρετική, δεν είχαν την κίνηση που έπρεπε. Τώρα αν υπήρξε κυκλοφοριακή συμφόρηση στις 15 Αυγούστου, αυτό δεν λέει κάτι. Οι Ελληνες φέτος ήταν πιο κουμπωμένοι γιατί περίμεναν τα χαράτσια του Σεπτεμβρίου και έχουν ήδη ξοδέψει μεγάλο μέρος των όποιων οικονομιών είχαν για να ανταποκριθούν στοιχειωδώς στις απαιτήσεις. 

Ο τουρισμός είναι αναμφίβολα τονωτική ένεση και το success story της Ελλάδας. Η δουλειά που γίνεται κυβερνητικά προωθεί εξαιρετικά την εικόνα της χώρας μας. Δεν αρκεί όμως ο τουρισμός για να ανακάμψουμε. Τώρα πρέπει επιπλέον να επενδύσουμε στην γεωργία, και την καινοτομία και φυσικά στην αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος διότι σήμερα οι δεξιότητες είναι απαραίτητες στο χώρο της δουλειάς. 

Χαίρομαι με το πόσο δημιουργικά σκέφτονται οι νεότερες γενιές γιατί ακούω πολύ ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες προτάσεις και ιδέες για νέες επιχειρήσεις και προϊόντα και αυτό είναι πολύ ενθαρρυντικό». 

- Για ποιους λόγους η ύφεση στην Ελλάδα διαρκεί 6 ολόκληρα χρόνια; Επειδή καθυστέρησε η δημοσιονομική προσαρμογή ή επειδή είναι δύσκολο να γίνουν μεταρρυθμίσεις; 

«Ενας συνδυασμός των δύο αλλά και γιατί καθυστερήσαμε να αντιδράσουμε και να πάρουμε μέτρα. Οταν μας ήρθε ο λογαριασμός, ήταν σαφές ότι χρωστούσαμε τόσα πολλά χρήματα που δεν ήταν εύκολο να βρούμε τον τρόπο να τα πληρώσουμε και να συνεχίσει να λειτουργεί το κράτος. Για ένα μεγάλο διάστημα υπήρχε το θέμα της παραμονής μας ή όχι στο ευρώ. Μετά προέκυψε το κούρεμα. Στη συνέχεια ο τρόπος αποπληρωμής. Η ΕΕ έπρεπε να δημιουργήσει για πρώτη φορά μηχανισμό διάσωσης για άλλο κράτος-μέλος. Μπήκαμε σε επιτήρηση. Οι πολίτες αντέδρασαν βλέποντας την συρρίκνωση του εισοδήματός τους. Οι πολιτικές δυνάμεις συγκρούονταν λυσσαλέα για το αν πρέπει να αποδεχθούμε ή όχι τα μέτρα. Εγιναν απανωτές εκλογές. Δυσκολευτήκαμε να φτιάξουμε κυβέρνηση. Δεν ήταν συνεπώς και εύκολες οι συνθήκες. 

Για μένα μεγάλη βαρύτητα έχει το πώς προχωράμε τώρα και στο επόμενο διάστημα. Εδώ αρχίζω να έχω τις πρώτες ενστάσεις. Διανύουμε κατ’ έναν τρόπο μια πολεμική περίοδο χωρίς να έχουμε παραδοσιακό πόλεμο. Το περιγράφω έτσι για να καταδείξω ότι δεν είναι μια φυσιολογική περίοδος. Το κράτος πρέπει να δώσει στους πολίτες τα εργαλεία για να επιβιώσουν, να καβατζάρουν την κρίση, και να διασωθούν. Αυτό δεν γίνεται σήμερα. Μέτρα απλά, δυσλειτουργίες χρόνιες δεν έχουν διορθωθεί. Κάθε μέτρο που αποτρέπει τον Ελληνα να βγάλει χρήματα και να στηρίξει την οικογένειά του πρέπει να αλλάζει άμεσα. Θέλουμε τώρα πρακτικές λύσεις. Πρέπει ο καθένας να κάνει ό,τι μπορεί να επιβιώσει τώρα και υπάρχουν τρόποι να πάρει το κράτος το μερτικό του από τα φορολογικά έσοδα. Αλλιώς όλα τα καινούργια, τα μικρά, τα ελπιδοφόρα θα πραγματοποιούνται ατομικά και εκτός πλαισίου, δεν θα συμβάλουν στην κρατική ανάκαμψη αλλά τουλάχιστον οι άνθρωποι αυτοί θα σώσουν τον εαυτό τους. Κανείς δεν θέλει, ούτε και πρέπει, να χάσει το σπίτι του. Κανείς δεν θέλει να πεινάσουν τα παιδιά του. Τόσες επιλογές που θα μπορούσαμε να έχουμε για την αξιοποίηση της περιουσίας μας, των δεξιοτήτων μας φαίνεται να απαγορεύονται γιατί το κράτος δεν μπορεί να δημιουργήσει το πλαίσιο ώστε να είναι νόμιμες. 

Εξοργίζομαι όταν ακούω μόνο για τις υποχρεωτικές ντιρεκτίβες και τα ελλείμματα. Οι αριθμοί είναι σημαντικοί αλλά πιο σημαντικοί είναι οι άνθρωποι. Κάθεται κανείς σε ένα τραπέζι κοινωνικό και στην απλή κουβέντα αναδεικνύονται δέκα θέματα που θα μπορούσαν να λύνονται αυτόματα. Αυτά πρέπει να προχωρήσουν τώρα χωρίς ολιγωρία. Ετσι θα νιώσει ο πολίτης πως το κράτος δεν του ζητά να “αυτοκτονήσει” και πως καταλαβαίνει ότι πρέπει ο καθένας να επιβιώσει και να κάνει οτιδήποτε χρειάζεται για να το πετύχει. Σήμερα όλοι καλούνται να προστατεύσουν το βιος τους και τις οικογένειές τους, τους κόπους μιας ζωής και εκεί το κράτος πρέπει να τους συνδράμει και όχι να τους κόβει το δρόμο με γραφειοκρατικά εμπόδια, έλλειψη φαντασίας και πίστη σε συντεχνίες και μεμονωμένες ομάδες ενδιαφέροντος». 

- Το έργο της κυβέρνησης Σαμαρά πώς το κρίνετε; 

«Η κυβέρνηση αυτή εξασφάλισε σταθερότητα. Συγκράτησε τον κατήφορο και μας κέρδισε χρόνο. Επίσης κατάφερε να δημιουργήσει όρους συνεργασίας σε προγραμματικό και πρακτικό επίπεδο και με ό,τι απέμεινε από το παλιό ΠΑΣΟΚ και με τη ΔΗΜΑΡ - ώσπου αποφάσισε να φύγει από τον κυβερνητικό σχηματισμό. 

Ο Σαμαράς ξέρει να κρατάει σχέσεις και επαφές εκεί που το θεωρεί απαραίτητο και διακρίνεται για την έμφαση που δίνει στην προσωπική επαφή. Αυτό είναι σημαντικό ατού, διότι συνήθως τα πρωθυπουργικά γραφεία κλείνουν τις πόρτες στον έξω κόσμο και αυτός έχει διαγνώσει πως η απομόνωση είναι αδυναμία. Ετσι χειρίζεται ο ίδιος προσωπικά πολλά θέματα και αυτό δίνει ένα κύρος στην κυβέρνηση και επιτρέπει στο πρωθυπουργό να αποδεικνύει πως ελέγχει τις καταστάσεις. 

Θεωρώ όμως πως η κατάσταση τώρα εγκυμονεί νέους κινδύνους. Για παράδειγμα, οι πολίτες που δεν θέλουν ΣΥΡΙΖΑ ή ζητούν διορθωτικές κινήσεις από την σημερινή κυβέρνηση δεν έχουν πώς να εκφραστούν. Αρα προκύπτει πολιτικό πρόβλημα, που δεν είναι καλή εξέλιξη. 

Στη συνέχεια, η υπερφορολόγηση ιδιαίτερα της ακίνητης περιουσίας πρέπει να σταματήσει άμεσα. Είναι απαράδεκτα υψηλή, δυσβάστακτη θα έλεγα. Να υπάρχει ένα φόρος -αυτό το εμπέδωσε και ο τελευταίος πολίτης- αλλά αυτό που συμβαίνει σήμερα που κανείς δεν μπορεί να νοικιάσει ακίνητο και ούτε και να πουλήσει ενώ καλείται να πληρώσει χωρίς να λαμβάνει, θα οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη. Οι Ελληνες γαλουχηθήκαμε με τη νοοτροπία ότι πρέπει να φτιάξουμε ακίνητη περιουσία γιατί αυτό εξασφαλίζει τα παιδιά μας και τα δισέγγονά μας. Δεν μπορεί να αλλάζει τόσο ραγδαία το καθεστώς επιβάρυνσης της ιδιοκτησίας γιατί είναι ο ευκολότερος τρόπος να μαζευτούν χρήματα. Οι νοικοκύρηδες έχουν στενάξει και δεν θα μπορούν πια να ανταποκριθούν. Τότε ποιος θα τους συνδράμει; 

Η κυβέρνηση αυτή κάποια στιγμή θα κλείσει τον κύκλο της και θα κριθεί συνολικότερα. Αυτό είναι το πεπρωμένο κάθε κυβερνητικής προσπάθειας. Δεν σημαίνει πως η κυβέρνηση απέτυχε. Είτε τώρα είτε στη συνέχεια θα χρειαστεί ένα ανανεωμένο περισσότερο δημιουργικό όραμα σύγχρονο και όχι απλά η εφαρμογή του προγράμματος που έχουμε συμφωνήσει με την τρόικα. Δεν μπορεί επ’ άπειρο για την  έλλειψη δικών μας προτάσεων να δαιμονοποιείται η τρόικα. Εχει και αυτή μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το μείγμα πολιτικής που προτείνει, αλλά αποτελεί συχνά και άλλοθι από τους κυβερνώντες για να μην αλλάξουν οι ίδιοι. 

Πρέπει, για παράδειγμα, να αποφασίσουμε τι είδους επενδύσεις θέλουμε και χρειαζόμαστε. Συνάδουν με το δικό μας αναπτυξιακό όραμα ή απλά χρειαζόμαστε τα χρήματα και πρέπει να εκποιήσουμε την περιουσία μας; "Ναι" στις επενδύσεις. "Οχι" στη λεηλασία χωρίς αντίκρισμα. 

Για παράδειγμα, η Ελλάδα αποτελεί κυρίως τουριστικό προορισμό και προστατεύει το περιβάλλον και την ομορφιά της, ή μετατρέπεται σε κύριο οδικό άξονα για τη μεταφορά προϊόντων σε ξένες αγορές; Μπορούμε να έχουμε και τα δύο; Αν ναι, τότε πώς πετυχαίνουμε μια ισορροπία στους στόχους μας; Απαιτείται δηλαδή συνολικό αναπτυξιακό σχέδιο. Ο,τι διαλύσουμε τώρα δεν θα το ξαναφτιάξουμε στη συνέχεια. Ποιο εύκολα κανείς προλαμβάνει τα προβλήματα από το να τα διορθώνει στη συνέχεια. 

Αρα η κυβέρνηση Σαμαρά πέτυχε σε ορισμένους τομείς, εξασφάλισε επί του παρόντος την ομαλότητα, αλλά έχει μεγάλες προκλήσεις μπροστά της και συστημικές αδυναμίες να διορθώσει». 

 

Δεν επικοινωνώ με Σαμαρά,  μόνο με τον Καραμανλή

- Με τον πρωθυπουργό έχετε επικοινωνία; 

«Δεν έχω μέχρι τώρα κάποια επικοινωνία. Αυτό δεν οφείλεται στο ότι την περίοδο της διαδοχής δεν τον είχα στηρίξει. Ηταν μια έντονη περίοδος ομολογουμένως, αλλά για αυτό έχουμε εκλογές για να εκφράζονται δημοκρατικά όλες οι τάσεις και οι απόψεις. Οπως βλέπετε εξάλλου στη ΝΔ χωρούν όλα τα στελέχη και για αυτό παρ' όλη την αριθμητική συρρίκνωση της παράταξης συνεχίζει να αποτελεί το ένα κόμμα που έχει ως τώρα επιβιώσει. Τον πρωθυπουργό τον ξέρω από το 1977 που πρωτοπολιτεύθηκε, από τότε που ήμουν μικρό ακόμα κοριτσάκι. Του έλαχε να έχει την ευθύνη στην πιο δύσκολη συγκυρία για την Ελλάδα. 

Η νέα μου ζωή απαιτούσε όλο μου το δυναμικό γιατί δεν ήταν απλή η μετάβαση όχι μόνο σε άλλη ήπειρο αλλά και σε άλλο αντικείμενο. Ο σύζυγός μου Φίλιππος όταν μελετούσα για ώρες και άρχιζα να παραπονιέμαι με πείραζε λέγοντας… “Καλώς ήρθες στον κόσμο του πνεύματος!”. 

Διατηρώ επαφές με τον Καραμανλή και με πρώην συναδέλφους γιατί με ενδιαφέρει πάντα η εφαρμοσμένη πολιτική και έτσι από καιρού εις καιρόν ανταλλάσσουμε απόψεις πάνω σε μια ευρεία ατζέντα θεμάτων. Τον Ιούλιο επισκέφτηκα τη Βουλή μετά από 3 χρόνια περίπου και συγκινήθηκα. Σε όλη μου την καριέρα είχα εξαιρετικές και ουσιαστικές σχέσεις με συναδέλφους από όλες τις παρατάξεις και άριστη συνεργασία. Εχει αλλάξει όμως πολύ η Βουλή κυρίως λόγω της σύνθεσής της. 

Παραμένω ενεργός πολίτης και πρόθυμη να συμβάλω σε οτιδήποτε χρειαστεί είτε ο νομός μας είτε και η πατρίδα μας γενικότερα. Εξάλλου δεν έχω σταματήσει με τον τρόπο μου και μέσα από τη νέα μου θέση να συμβάλω συστηματικά προς αυτήν την κατεύθυνση». 

- Η δημοσκοπική πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ σας φοβίζει; 

«Δεν με φοβίζει το να έρθει ένα αριστερό κόμμα στην εξουσία. Αλλά θα παραδεχθώ με ειλικρίνεια όταν επισκέφτηκα πρόσφατα τη Βουλή και κάθισα στην αίθουσα, είχα την ευκαιρία να δω από κοντά πρόσωπα και καταστάσεις. Στο προσωπικό του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν άνθρωποι που απλά δεν είναι κατάλληλα να διαχειριστούν τις τύχες μας, όχι λόγω απειρίας αλλά λόγω πλήρους ακαταλληλότητας. Δεν είναι πως θα ολιγωρήσουν ή πως θα ανοίξουν πληγές και θα τρέχουμε να μαζέψουμε τα αμάζευτα -αλλά δεν ξέρω πώς να το πω κομψά- έχουν μέσα τους τέτοια εχθρικότητα και αλαζονεία που θα μας διχάσουν και το μόνο που δεν χρειαζόμαστε τώρα είναι έναν εθνικό διχασμό. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν αξιοπρεπέστατα και σημαντικότατα πολιτικά στελέχη στο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το ερώτημα είναι σε ποιους θα εμπιστευτεί τις τύχες μας ο Αλέξης Τσίπρας. Αυτό δεν μου είναι ξεκάθαρο και επιτρέψτε μου να πω ότι τα πρόσωπα κάνουν τη διαφορά. Μακάρι να μας το ξεκαθαρίσει αν ζητάει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή». 

- Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής πώς τα σχολιάζετε; 

«Είναι ανησυχητικά. Τόσα εκλεγμένα στελέχη στη φυλακή και τα ποσοστά τους εξακολουθούν να παραμένουν υψηλά! Συνεπώς δεν είναι περιστασιακό το φαινόμενο. Οι πολίτες στέλνουν μια κραυγή διαμαρτυρίας προς τους κυβερνώντες. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η κυβέρνηση πρέπει να υιοθετήσει ακροδεξιό προφίλ γιατί πολλοί του μεσαίου χώρου έχουν ψηφίσει Χρυσή Αυγή επίσης αλλά δεν το λένε. Θεωρώ πως οι περισσότεροι πολίτες που ψηφίζουν Χρυσή Αυγή θέλουν νόμο και τάξη (εδώ ο Δένδιας άφησε θετικό στίγμα), ζητούν αλλαγές ουσιαστικές, ένα νοικοκύρεμα και ευκαιρίες για τους νέους ανθρώπους. Επίσης εκνευρίζονται με το δίλημμα ή εμείς ή το χάος, το γνωστό πλαίσιο που τίθεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Αυτό είναι κάτι που νομίζω πως δεν εκφράζει μόνο την Ακροδεξιά. Οι περισσότεροι Ελληνες το θέλουν αυτό και αν δεν το βρίσκουν διαμαρτύρονται με άλλο τρόπο». 

- Υπάρχει ενδεχόμενο να επιστρέψετε υπό προϋποθέσεις στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας; 

«Δεν έκλεισα ποτέ την πόρτα της πολιτικής γιατί πιστεύω πως όσο και να απαξιώνονται οι πολιτικοί (με οι), η εφαρμοσμένη πολιτική είναι αυτή που θα μας βοηθήσει να θέσουμε τις σωστές βάσεις για το μέλλον, ώστε να μην ξαναπάθουμε ποτέ τα ίδια. Ομως δεν θέλω να συμμετάσχω απλά για τη συμμετοχή, ειδικά αν χρειαστεί να συμβιβαστώ με παλιές φόρμουλες που θεωρώ ότι έχουν αποτύχει. Πάντα ήμουν σύγχρονη και προοδευτική (ίσως και λίγο υπερσύγχρονη). Πιστεύω στην πρωτοπορία και έχω εμπιστοσύνη στο ανθρώπινο δυναμικό της Ελλάδας που είναι εξαίρετο. Συνεργάζομαι μέσω των ακαδημαϊκών μου επαφών με επιστήμονες από όλη την Ελλάδα και έχω εκπλαγεί ευχάριστα για το επίπεδο των γνώσεών τους και την επένδυσή τους στην καινοτομία. 

Η πολιτική δεν είναι ο μοναδικός τρόπος για να συμμετάσχει κανείς στη νέα πορεία της χώρας. Χωρίς όμως μια ικανή μάζα ανθρώπων με ανοικτούς ορίζοντες, μια σύγχρονη κοσμοθεωρία και απόλυτη κατάρτιση σε συνδυασμό με πολιτικό ένστικτο πιστεύω πως κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια θα πέσει στο κενό. Θέλω να είμαι μέρος της λύσης και όχι να υπηρετήσω τη διαιώνιση του προβλήματος». 

- Ανεξάρτητα από το τι θα πράξετε στο μέλλον τι θα θέλατε να αλλάξει στην Ελλάδα ώστε να γίνει ένα σύγχρονο κράτος; 

«Πέραν από τον εκσυγχρονισμό της κρατικής μηχανής και επιστροφή στην ανάπτυξη, θεωρώ πως η Ελλάδα οφείλει να προστατεύσει τους φυσικούς της πόρους και τον υπόγειο πλούτο της. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να εκπονηθεί σχέδιο βιώσιμης ανάπτυξης. Η ορθολογική διαχείριση των πόρων μας θα μας συνδράμει σε μια δύσκολη περίοδο που μας περιμένει εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, που δεν αποτελεί μύθο αλλά τη μεγαλύτερη παγκόσμια απειλή αν και δεν θέλουμε ακόμα να παραδεχθούμε τις πραγματικές της διαστάσεις. 

Μπορούμε να επενδύσουμε σε νέες ποιοτικές καλλιέργειες και αυτό θα αποτελέσει επίσης συγκριτικό πλεονέκτημα. Το κράτος μπορεί να αγκαλιάσει τις τεχνολογίες και την καινοτομία και να επενδύσει πόρους στο ανθρώπινο δυναμικό για να μπορεί κάθε στιγμή να δουλεύουν οι πολίτες μας στο εσωτερικό αλλά και το εξωτερικό. 

Είμαστε αρκετά μικρή χώρα και μπορούμε να κάνουμε γενναίες αλλαγές που θα μας ευνοήσουν όλους. Δεν είναι όνειρο θερινής νυχτός και πρέπει να το κάνουμε ειδικά τώρα που η Ευρώπη διανύει περίοδο εσωστρέφειας και αναζητείται ένα ενωτικό ευρωπαϊκό όραμα που να μας βγάλει έξω από αυτή τη μιζέρια και την οικονομική στατικότητα». 

Η Μεσσηνία στον μπαγκόσμιο χάρτη

- Η Μεσσηνία σιγά - σιγά κερδίζει μια θέση στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη. Ποια βήματα πρέπει να γίνουν ακόμα για την οικονομική ανάπτυξη του νομού;  

«Η θέση στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη οφείλεται στο όραμα του καπετάν Βασίλη και των συνεχιστών του, καθώς και στη συνεργασία τους με την Πολιτεία. 

Παράλληλα όμως ας μην ξεχνούμε πως έχουμε καταπληκτική αγροτική παραγωγή και νέα ποιοτικά προϊόντα. Επισκέφτηκα φέτος το καλοκαίρι τη Διεύθυνση Γεωργίας στην Τριφυλία από προσωπικό ενδιαφέρον για τα αγροτικά θέματα. Υπάρχουν εγκεκριμένες και προχωρούν πολλές νέες επενδύσεις στον αγροτικό τομέα που με ενθαρρύνουν ιδιαίτερα. 

Η Μεσσηνία επιπλέον συνδυάζει υπέροχη φύση, γραφικά χωριά, θάλασσα, βουνό και πολιτισμό. Αυτά μας κάνουν ιδιαίτερα ανταγωνιστικούς. Μπήκαμε στον παγκόσμιο χάρτη. Τώρα πρέπει να προσφέρουμε ποιοτικό τουριστικό προϊόν ώστε η τουριστική ανάπτυξη να απλωθεί σε όλο τον νομό. Σε αυτό θα συμβάλει η εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού: γλώσσες (πέραν των αγγλικών), νέες δεξιότητες, εξειδίκευση σε τομείς τουριστικούς. 

Το επόμενο μεγάλο ζήτημα όμως για μένα (ειδικά για τη Μάνη) είναι το θέμα του νερού. Το νερό αφορά τους καλλιεργητές σε όλο το νομό, τις τουριστικές περιοχές αλλά και όλους πολίτες γενικότερα. 

Υπάρχει επίσης πάντα περιθώριο βελτίωσης σε όλες τις υποδομές και τις υπηρεσίες που συνεχίζονται στα πλαίσια των οικονομικών δυνατοτήτων της περιόδου αυτής».  

- Πάρα τις θετικές προοπτικές δεκάδες νέοι Μεσσήνιοι επειδή δεν βρίσκουν δουλειά, αναζητούν την τύχη τους στην… Εσπερία. Θα επιστρέψουν κάποτε ή μήπως οι άριστοι είναι “καταδικασμένοι” να ζήσουν στο εξωτερικό; 

«Κάθε Ελληνας που το επιθυμεί θα πρέπει να μπορεί να μείνει στην πατρίδα του και να δουλέψει και να διακριθεί. Δεν πρέπει όμως να παίρνουμε κατάκαρδα την κινητικότητα. Ειδικά για τους νέους ανθρώπους που αντί να μιζεριάζουν, καλύτερο είναι να πάνε στο εξωτερικό να γίνουν σωστοί επαγγελματίες και σε μερικά χρόνια να γυρίσουν δριμύτεροι. Δεν ξέρω κανέναν που πραγματικά να θέλει και να πιστεύει πως θα ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Το χειρότερο θα ήταν να μένουν εγκλωβισμένοι και άνεργοι περιμένοντας τον από μηχανής θεό».  

- Κλείνοντας θα ήθελα να στείλετε ένα μήνυμα στα παιδιά που ξεκινούν την νέα σχολική χρονιά.

«Εδώ εκτός από το να ευχηθώ στους μαθητές καλή σχολική χρονιά, θα ήθελα να προσθέσω και την εξής παρότρυνση: Κλείστε τα ηλεκτρονικά και διαβάστε ένα βιβλίο. Το υπογραμμίζω ως πανεπιστημιακός και ως γονέας διότι βλέπω τα παιδιά που φτάνουν στο πανεπιστήμιο να  δυσκολεύονται να εμβαθύνουν και να κατανοήσουν και να συνθέσουν νοήματα και πληροφορίες. 

Εχουν μάθει να βλέπουν τα θέματα επιφανειακά, αποσπασματικά και γρήγορα. Είναι καλύτερο τα παιδιά να παίζουν, να αθλούνται, να διαβάζουν, να συζητούν με τους γονείς και τους φίλους τους από το να απορροφώνται αποκλειστικά από την τεχνολογία, που αποτελεί μεν κομμάτι της ζωής μας, αλλά δεν επιτρέπεται να μας καταβροχθίσει. Ας μην ανησυχούν οι ενήλικες. Η τεχνολογία έχει πια απλοποιηθεί τόσο που ένα δίχρονο ξέρει να λειτουργεί τάμπλετ παρότι δεν ξέρει ακόμα την αλφαβήτα και την προπαίδεια. 

Απευθύνομαι πρωτίστως στους γονείς παιδιών στο δημοτικό και τους προτρέπω πάση θυσία να δουν το θέμα σοβαρά. Σε βάθος χρόνου θα θυμηθούν τα λόγια μου». 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ


NEWSLETTER