Κυριακή, 05 Απριλίου 2015 09:00

Οδωνυμικά της Μεσσήνης (μέρος 19ο)

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Οδωνυμικά της Μεσσήνης (μέρος 19ο)

Μικρές ιστορίες γραμμένες στους δρόμους

ΠΑΠΑΚΟΡΟΒΕΣΗ

ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ

Παπάς στην ενορία των Τριών Ιεραρχών από το 1878 έως το 1910. Ηταν αρκετά πλούσιος και όπως φαίνεται με έντονη κοσμική δράση. Σύμφωνα με τον Θεοδ. Τσερπέ «συνέβαλε χρηματικά αγοράζοντας όργανα και στολές για τη δημιουργία μιας μεγάλης μπάντας 30 περίπου πνευστών οργάνων, ίδρυσε μαζί με το δήμο την αξιόλογη "Φιλαρμονική Εταιρία Μεσσήνης" που δημιούργησε ντόπιους μουσικούς και έφερνε πάντα διευθυντή ορχήστρας Ιταλό ή Κερκυραίο. Εχτισε τότε ακόμη δι’ εξόδων του ο Παπακοροβέσης την θαυμάσια εξέδρα δίπλα στα δημοτικά μαγαζιά, ένα μεγάλο πέτρινο ανάβαθρο οβάλ σχήματος, με ωραία αναλόγια γύρω γύρω για να παιανίζει η φιλαρμονική μπάντα. Δι’ εξόδων του έγινε και το άγαλμα του Επισκόπου Ιωσήφ Ανδρούσης, δίπλα στην εξέδρα».

Κατά τον Ιωαν. Βορβίλα, ο Παπακοροβέσης φρόντισε για την ανοικοδόμηση της εκκλησίας στο μετόχι της Ζωοδόχου Πηγής στην Πανηγυρίστρα το 1900, με έρανο που έγινε για να συγκεντρωθεί το απαιτούμενο ποσό.

Τον συναντάμε ως οικονόμο και πρόεδρο της Αδελφότητας Μεσσηνίων, στις 29 Απριλίου 1912 να διοργανώνει την «μεγαλοπρεπή πανήγυρη» κατά τη γιορτή της Ανάληψης, στο δασάκι γύρω από την νεόδμητη τότε εκκλησία Αγίου Νικολάου του Νέου στην παραλία.

Πρώτος παπάς στην ενορία των Τριών Ιεραρχών (Αγίων Αποστόλων στην πρώτη περίοδο) ήταν ο Πέτρος Μενουδάκης από το 1831 μέχρι το 1836 και ακολούθησαν: Ο Γεώργιος Μαρκόπουλος από το 1836 μέχρι το 1848. Ο Αναστάσιος Καρατζάς προερχόμενος από το Αβραμιού από το 1848 μέχρι το 1878. Ο Διονύσιος Κοροβέσης στο διάστημα που προαναφέρθηκε. Ο Ιωάννης Μπούτος δάσκαλος από το 1911 μέχρι το 1945 όταν και πέθανε. Ο Χρήστος Γκότσης προερχόμενος από την ενορία του Αγίου Δημητρίου Καλλιρρόης, από το 1945 μέχρι το 1988 (πέθανε το 1998). Ο Παναγιώτης Μάντης από το 1988 μέχρι σήμερα.

 

ΠΑΠΑΡΟΥΤΣΗ

ΡΟΥΤΣΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Παπάς στην ενορία του Αγίου Δημητρίου από το 1900 μέχρι το 1933 όταν και πέθανε. Για το λόγο αυτό και ο δρόμος που βρίσκεται στην περιοχή κοντά στην εκκλησία. Πρώτος παπάς στην εκκλησία ήταν ο Ανδρέας Μαυροειδής από το 1821 μέχρι το 1865 που πέθανε και ακολούθησαν: Ο Κωνσταντίνος Πατρικής από το 1855 μέχρι το 1887 που πέθανε. Ο Δημήτριος Μαυροειδής από το 1865 μέχρι το 1925 που πέθανε. Ο Αναστάσιος Βλαχάκης από το 1870 μέχρι το 1900. Ο Γεώργιος Ζαφειρόπουλος από το 1888 μέχρι το 1933 που πέθανε. Ο Κωνσταντίνος Ρούτσης στο διάστημα που προαναφέρθηκε. Ο Βασίλειος Μαυροειδής οικονόμος, από το 1934 προερχόμενος από την ενορία Δρακονερίου, μέχρι το 1976 που συνταξιοδοτήθηκε. Ο Ανδρέας Καραγιώργης από το 1977 προερχόμενος από την ενορία Αγίου Γεωργίου Τσουκαλέικων, μέχρι σήμερα.

 

ΠΑΠΑΤΣΩΝΗ

ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

Αγωνιστής του 1821 από την Εύα, γιος ενός από τους σημαντικότερους προύχοντες της Μεσσηνίας, του Αναγνώστη Παπατσώνη. Γεννήθηκε το 1798 και μαθήτευσε στη Σχολή Δημητσάνας. Εμεινε ορφανός το 1811 και λίγο αργότερα διορίστηκε προεστός της επαρχίας Εμπλακίων μαζί με τον Αναγνώστη Κωστόπουλο και τον Βέργη Αναστασόπουλο. Το 1816 διορίστηκε μόνος πρωτογέροντας στην επαρχία αυτή.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μαζί με τον αδελφό του Παναγιώτη το 1818, από τον Χριστόφορο Περραιβό που εργαζόταν δραστήρια για την επιτυχία των σκοπών της Εταιρείας στη Μάνη και τη Μεσσηνία. Ως Φιλικός συνεργάστηκε με άλλους Πελοποννήσιους προκρίτους και ιδιαιτέρως με τους συγγενείς του Δεληγιανναίους. Οταν προσκλήθηκαν οι πρόκριτοι στην Τρίπολη τις παραμονές της Επανάστασης, δεν παρουσιάστηκε καθώς ειδοποιήθηκε για τους κινδύνους από άλλους.

Από την εκδήλωση της Επανάστασης τέθηκε επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος και πήρε μέρος σε όλες τις αξιόλογες μάχες που έγιναν στην Πελοπόννησο. Στις 23 Μαρτίου έφθασε στην Καλαμάτα με το σώμα του που αποτελούσαν περισσότεροι από 1.000 Μεσσήνιοι και ενώθηκε με τους άλλους οπλαρχηγούς. Οταν οι επαναστατημένοι ξεκίνησαν για την κατάληψη των Μεσσηνιακών φρουρίων, κινήθηκε προς την Ανδρούσα για να συλλάβει τους Τούρκους που έμεναν εκεί, αλλά αυτοί ειδοποιήθηκαν και έφυγαν για την Κορώνη. Πολέμησε στη συνέχεια στο Διάσελο της Αλωνίσταινας, στο Βαλτέτσι και πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Μπήκε από τους πρώτους με το σώμα του στην πόλη, από την λεγόμενη πύλη του Ναυπλίου.

Εξελέγη ως αντιπρόσωπος της Επαρχίας Εμπλακίων στην Πελοποννησιακή Γερουσία και στη συνέχεια πήρε μέρος στην πολιορκία της Μεθώνης, όπου κλήθηκε να στρατολογήσει άνδρες από την επαρχία του και να πάρει μέρος στην εκστρατεία στη Δυτική Ελλάδα. Εμφανίστηκε όμως και πάλι ο Δράμαλης και κλήθηκε να σπεύσει στην Κόρινθο. Με νέα διαταγή στάλθηκε να πολιορκήσει την Πάτρα, αλλά ο ίδιος χώρισε το στρατιωτικό σώμα στα δύο και έστειλε το ένα τμήμα στην Κόρινθο υπό τις διαταγές του αδελφού του Γιάννη και στο άλλο που πολιόρκησε την Πάτρα τέθηκε επικεφαλής ο ίδιος.

Με απόφαση του Εκτελεστικού προήχθη στο βαθμό του στρατηγού στις 23 Μαρτίου 1823 και στάλθηκε στην Κόρινθο όπου και ανέλαβε τη διοίκηση του στρατιωτικού σώματος. Μετά την εισβολή του Δράμαλη το σώμα του Δ. Παπατσώνη πήρε θέση στο Κεφαλάρι του Αργους και στις 19 Ιουλίου έγινε σφοδρή μάχη στα αμπέλια του Αργους κατά την οποία κινδύνευσε ο ίδιος. Ακολούθησε η καταστροφή του Δράμαλη αλλά και ο εμφύλιος. Ο ίδιος ακολουθώντας τους περισσότερους προκρίτους της Πελοποννήσου τάχθηκε το χειμώνα του 1824 κατά του Εκτελεστικού και του Γ. Κουντουριώτη και πήρε ενεργά μέρος στον εμφύλιο κατά της κυβέρνησης. Μετά την ήττα φυλακίστηκε στις αρχές του Ιανουαρίου 1825 στη Μονή Προφήτη Ηλία στην Υδρα μαζί με τον αδελφό του Παναγιώτη Παπατσώνη και άλλους οπλαρχηγούς. Την ηγεσία του στρατιωτικού του σώματος ανέλαβε ο τρίτος αδελφός Γιάννης Παπατσώνης.

Μετά την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο η Κεντρική Διοίκηση αναγκάσθηκε να αποφυλακίσει τους κρατούμενους στην Υδρα, περί τα μέσα Μαΐου. Ο Δ. Παπατσώνης αναλαμβάνοντας και πάλι την αρχηγία του στρατιωτικού σώματος, αντιστάθηκε στις δυνάμεις του Ιμπραήμ και πήρε μέρος στη μάχη της Δραμπάλας κοντά στον Ακοβο και στη συνέχεια στη μάχη των Τρικόρφων. Στη διάρκεια της τραυματίσθηκε και στην οπισθοχώρηση των ελληνικών δυνάμεων τον πρόλαβαν οι Τούρκοι και τον σκότωσαν στις 17 Ιουνίου 1825.

Υμνήθηκε από τη λαϊκή μούσα και από λόγιους, ενώ μετά την Επανάσταση αναγνωρίσθηκε ως αξιωματικός Α’ Τάξεως (αντιστοιχεί στο βαθμό του στρατηγού).

 

ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑ

ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ

Πρωταγωνιστική μορφή της Επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε στο χωριό Πολιανή το 1788 και φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας. Μετά το τέλος των σπουδών του, πιθανώς το 1816, έγινε καλόγερος στη Μονή Βελανιδιάς στην Καλαμάτα. Εκεί ήρθε σε ρήξη με την ιεραρχία και αναγκάστηκε να φύγει για να εγκατασταθεί στη Μονή Ρεκίτσας, μεταξύ Λεονταρίου και Μυστρά. Λόγω κτηματικών διαφορών συγκρούστηκε με έναν ισχυρό Τούρκο της περιοχής και αναγκάστηκε να εκπατρισθεί.

Στη νέα του προσωρινή πατρίδα, την Κωνσταντινούπολη, φιλοξενήθηκε από τους εκεί συμπατριώτες του και αργότερα χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης. Στις 21 Ιουνίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Κ. Σκουφά και ανέλαβε τη σημαντική αποστολή της κατήχησης των κατοίκων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Στην επιστροφή του στην Ελλάδα, μετά το πέρας της πρώτης του αποστολής, συνελήφθη από τους Τούρκους και φυγαδεύτηκε με τη βοήθεια του πατριάρχη Γρηγορίου. Οταν πλέον επέστρεψε στην Πελοπόννησο ξεκίνησε μια σειρά ομιλίες για την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον ζυγό των Τούρκων.

Ο ηγετικός του χαρακτήρας και οι πρωτοβουλίες του αυτές ανησύχησαν πολλούς προύχοντες, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαταραχθεί η τάξη και οι Τούρκοι να προβούν σε αντίποινα. Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι σκέφθηκαν να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στα χέρια του εχθρού. Ο Παπαφλέσσας όμως διαισθάνθηκε τον κίνδυνο και φρόντισε να περιορίσει τη δράση του στους απλούς χωρικούς.

Τον Ιανουάριο του 1821 στη Βοστίτσα, στο Αίγιο, ο Παπαφλέσσας κάλεσε συνέλευση, όπου μίλησε περί ελευθερίας και δικαιωμάτων, περί πνεύματος και ελληνικότητας και υποστήριξε την Επανάσταση. Μια επανάσταση την οποία αποδοκίμασαν πολλοί από τους συμμετέχοντες υποστηρίζοντας ότι το έδαφος δεν ήταν έτοιμο ακόμη. Ο Παπαφλέσσας τότε σήκωσε επιδεικτικά την επιστολή που είχε στείλει ο Υψηλάντης τονίζοντας την αναγκαιότητα της άμεσης έναρξης του αγώνα. Χωρίς όμως ανταπόκριση. Οργισμένος αναχώρησε για τη Μάνη, όπου συνάντησε τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Χριστόφορο Περραιβό.

Μετά την κήρυξη της Επανάστασης ο Παπαφλέσσας πρωταγωνίστησε σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και σε πολιτικές δραστηριότητες. Στις περιοδείες του στην Αρκαδία, στη Γορτυνία, στην Ολυμπία, στην Αργολίδα και στην Κορινθία κινήθηκε με σκοπό να στρατολογήσει τους εκεί πληθυσμούς. Στην Αργολίδα, κατά την προσπάθειά του να εμποδίσει την προέλαση του Κεχαγιά Μπέη, εγκαταλείφθηκε από τους άοπλους και άπειρους χωρικούς που τον συνόδευαν και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο κάστρο του Αργους, όπου και αντιμετώπισε τους Τούρκους. Στον επόμενο του προορισμό, στην Καρύταινα, ο τουρκικός στρατός ερχόμενος από την Τρίπολη ανάγκασε τον ίδιο και τον Κολοκοτρώνη να καταφύγουν στη Μεσσηνία, ενώ τον Ιούλιο του 1821 στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας μαζί με άλλους οπλαρχηγούς κατόρθωσε να παρεμποδίσει την είσοδο του τουρκικού στρατού του Ομέρ Βρυώνη στην Πελοπόννησο.

Τον Δεκέμβριο του 1821 έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και έλαβε μέρος στην Α’ Γενική Συνέλευση της Επιδαύρου, στη Β’ Εθνική Συνέλευση του Αστρους και την 1η Ιουλίου 1823 ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών. Στον εμφύλιο πόλεμο βρέθηκε αντίπαλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, παρ’ ότι στο παρελθόν είχε πολεμήσει μαζί του. Στο πλευρό της κυβέρνησης Γ. Κουντουριώτη κυνήγησε τους Κολοκοτρωναίους. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Ιμπραήμ απείλησε σοβαρά την έκβαση της Επανάστασης, ο ίδιος ο Παπαφλέσσας πρότεινε την αποφυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων αντικυβερνητικών. Η απελευθέρωσή τους όμως δεν έγινε εγκαίρως. Ο Παπαφλέσσας έσπευσε στο Μανιάκι, το οποίο μετά την πτώση του Νιόκαστρου (11 Μαΐου 1825) αποτελούσε στόχο των Αιγυπτίων. Κυκλωμένος από χιλιάδες ιππείς και πεζούς απέρριψε την πρόταση άλλων οπλαρχηγών να μετακινηθεί σε πιο ασφαλή θέση. Στην οκτάωρη αυτή μάχη ο Παπαφλέσσας έπεσε νεκρός μαζί με τους περισσότερους άνδρες του.

 

 

Από το βιβλίο του Ηλία Μπιτσάνη

«Το Νησί (Μεσσήνη)

στο χώρο και το χρόνο»

 

Η συνέχεια το επόμενο Σάββατο

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση


NEWSLETTER