Δευτέρα, 04 Σεπτεμβρίου 2017 13:25

Αντέχει ο Νίκος Καββαδίας…  

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)
Αντέχει ο Νίκος Καββαδίας…  

 

Οι επιλογές μου ήταν δύο: Ή θα τρύπωνα στο πατάρι του "Ιανού" με τον κλιματισμό και τον καταπληκτικό καπουτσίνο, ή θα σεργιάνιζα στο προαύλιο του Ζαππείου όπου από την Παρασκευή είχε στηθεί η έκθεση βιβλίου, όπου βρίσκεις όλους τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους.

Με κέρδισε η έκθεση. Και καθώς ο καιρός ήταν εξαίσιος με ένα γεμάτο φεγγάρι να έχει μόλις σκάσει μύτη από τον Υμηττό, πήγα να "καλησπερίσω" τους φίλους της νιότης μου: Τον Ιούλιο Βερν, τον Τζακ Λόντον, τον Εδμόνδο Ροστάν, την Αγκάθα και τον δυσεύρετο πια Πιτιγκρίλι. Αλλά και να φλερτάρω με τους νεότερους παραμυθάδες: Τον Γκουτιέρες, τον Κοέλο, τον Κέρουακ, τον καλοφαγά Καμιλέρι, που φυσιογνωμικά μου θυμίζει τον γέρο μου. Να "προσκηνύσω", τέλος, όλους τους πονεμένους της γραφής: Τσέχοφ, Φιοντόρ, Στάμπαεκ, Αχμάτοβα, Βιρτζίνια  Γουλφ…

Η απογοήτευση θάμπωσε τα μάτια μου από την πρώτη στιγμή. Κόντευε εννιάμιση, τα μαγαζιά είχαν ήδη κλείσει. Η "πλατεία ήταν γεμάτη" από δεκάδες φλύαρους έξω από το "Μακντόναλντς", όμως η έκθεση στο Ζάππειο ήταν σχεδόν έρημη. Οι πωλητές πίσω από τους πάγκους ξεφύλλιζαν κάποιο τόμο ή ρουφούσαν με το καλαμάκι τον φραπέ τους… Μετά από λίγα βήματα, ένιωσα να μου έχει στερέψει το κέφι, όμως στάθηκα μπροστά στο περίπτερο της "Αγρας", καθώς τα εξώφυλλα του Νίκου Καββαδία, λες και βάλθηκαν στην στιγμή να με ταξιδέψουν μέσα από το στενό της Τζιμπεράλντα γραμμή για το ονειρεμένο σκηνικό της Αλταμίρας και από εκεί για το παγωμένο Ανκοράτζ… Θέλησα να κάνω λίγη πλάκα στην αυστηρή πωλήτρια:

«Πόσο τιμάται το "Ημερολόγιο ενός τιμονιέρη", δεσποινίς;»

«Δεκάξι ευρώ μόνο».

Αυτό το "μόνο" ακούστηκε κάπως ειρωνικό, οπότε επανήλθα:

«Μήπως είναι πολλά για ένα βιβλίο που άρχισε να γράφεται το 1927 και δεν ξεπερνά τις 130 σελίδες;»

«Δεν κάνουμε έκπτωση γιατί προσφέρουμε ακριβά βιβλία σε ποιότητα», πέταξε κατηγορηματικά η πωλήτρια και το θέμα έληξε σε αυτό το σημείο.

Σκέφτηκα: Αραγε η νεαρή που γνώριζε το κοστολόγιο των βιβλίων, είχε διαβάσει Μαραμπού, Πούσι, Τραβέρσο και κάποια από τα πεζά διαμάντια του πιο διάσημου ασυρματιστή τής ελληνικής λογοτεχνίας; Με πείσμα πλησίασα πάλι την πωλήτρια:

«Δίνω δώδεκα ευρώ».

Και τότε ήρθε η απάντηση που έμοιαζε με κεραυνό:

«Εντάξει, "αφού το θέλεις πάρτο!"».

* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο αυτό αναρτήθηκε στο πορτάλ "Zougla" στις 9 Μαίου του 2009, όταν είχα επισκεφθεί την εαρινή -τότε- έκθεση του βιβλίου στο Ζάππειο. Ομολογώ πως από τότε δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα, αν και η "Αγρα" είχε συρρικνωθεί σε ένα μικρό χώρο, πλάι σε νέους βαρβάτους οίκους, που είχαν τους πάγκους φορτωμένους με τόνους μυθιστορήματα του συρμού, αυτά που βρίσκουν οι κυρίες στα κομμωτήρια ή στις αίθουσες αναμονής των οδοντιατρείων. Κατά τα άλλα, γεμάτο φεγγάρι δεν είχε προλάβει να φανεί από τον Υμηττό, αφού βρισκόταν στην γέμιση, κάπου κρυμμένο στην απέναντι πλευρά, της Πάρνηθας!

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση


NEWSLETTER