Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017 14:23

Η «μακρόχρονη» αναδοχή σκοτώνει την υιοθεσία

Γράφτηκε από την 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Η «μακρόχρονη» αναδοχή σκοτώνει την υιοθεσία

Του Γεωργίου Φερετζάκη

Δικηγόρου – Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης 

Επιστ. Συνεργάτη ΕΠΕΕ Νομικής Αθηνών, Συγγραφέα 

Επιτακτική (και για έναν ακόμα λόγο) η ίδρυση Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αναρίθμητες οικογένειες που περιμένουν να υιοθετήσουν τα παιδιά που μεγαλώνουν, με τη δική τους αποδοχή και συναίνεση αμέσως μετά την ενηλικίωσή τους, αδυνατώντας πια να το πράξουν αφού η υιοθεσία ενηλίκων είναι πια απαγορευμένη και δεν προβλέφθηκε καμία απολύτως εξαίρεση ούτε για τα ανάδοχα παιδιά ούτε για παιδιά με ειδικές ανάγκες!

«[...] Εκτός από την επιθετικότητα, κάτι άλλο που έχει προβληματίσει στον Παναγιώτη Γ. είναι ο φόβος της εγκατάλειψης που ακόμη έχει. Εχει αυτό τον φόβο το παιδί - τώρα τελευταία του έχει φύγει λίγο. Το “μη με αφήσετε”. Για παράδειγμα μια φορά, ήμασταν στο αυτοκίνητο και ήταν να τον πάω στον παιδότοπο. Κάτι είχε κάνει -έχει ακόμη επιθετικότητα, το δουλεύουμε- και του λέω ότι αφού χτύπησε παιδί δεν θα μπορέσουμε να πάμε στον παιδότοπο. Είμαστε στο δρόμο λοιπόν και εγώ ήθελα να πάω πρώτα σε ένα κατάστημα. Μόλις είδε ότι προσπεράσαμε τον παιδότοπο άρχισε να φοβάται. “Κατάλαβα πού πάμε”, μου λέει. “Αλίμου. Στον Αγιο Ανδρέα με πας”. Σταματάω το αυτοκίνητο. “Τι είναι αυτά που λες, είναι δυνατόν, θα αφήσω το παιδί μου στον Αγιο Ανδρέα;”. Τότε ηρέμησε. Παλιότερα αρνιόταν να πάει ξανά στον Αγιο Ανδρέα, φοβόταν ότι θα τον αφήναμε εκεί. Τώρα τελευταία δέχτηκε να ξαναπάει για να δει έναν φίλο του που θα έφευγε. 

[…] Ξεκίνησα πηγαίνοντας στο "Μητέρα" για να πάρω πληροφορίες. Το είχα ψάξει πολύ πριν και πήγα εκεί γιατί είναι το κέντρο με τα περισσότερα παιδιά. Με το που άκουσαν ότι είμαι άγαμη και ουσιαστικά μόνη, το πρώτο πράγμα που μου είπαν ήταν ότι ναι, φυσικά και μπορείτε να υιοθετήσετε -δεν μου το αρνήθηκαν αυτό- αλλά η αναμονή ήταν τεράστια για εσάς. Προτεραιότητα έχουν τα έγγαμα ζευγάρια, με λίστα αναμονής 4 με 5 χρόνια, μετά έρχονται τα ζευγάρια που είχαν ήδη ένα παιδί, και μετά ερχόμουν εγώ. Αυτό σημαίνει δηλαδή μια 7ετία με 10ετία. Και τότε είχα μιλήσει με πολλούς συναδέλφους που είχαν δουλέψει σε τέτοια κέντρα και μου έλεγαν ότι υπήρχε περίπτωση να μη γίνει ποτέ το τηλεφώνημα, ακόμη και μετά από 10 χρόνια».

Θύματα της γραφειοκρατίας δεν είναι μόνο οι υποψήφιοι γονείς βεβαίως, αλλά και τα ίδια τα παιδιά, τα οποία μέχρι την υιοθεσία τους αναγκάζονται να παραμείνουν έγκλειστα στα ιδρύματα από 2 έως και 3 χρόνια. Η διαδικασία μιας ιδιωτικής υιοθεσίας δεν ξεπερνά τους 12 μήνες. Σε αντίθεση με τις ιδιωτικές που σε όλη την Ευρώπη έχουν... καταργηθεί, οι λεγόμενες κρατικές υιοθεσίες χρονίζουν πολύ περισσότερο. Δυο με δυόμισι χρόνια απαιτούνται για να τελειώσει μια υιοθεσία από το ΠΙΚΠΑ για εκείνες τις αιτήσεις που προεγκρίνονται  και πέντε χρόνια από το Κέντρο Βρεφών "Μητέρα". Οι κοινωνικοί φορείς αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα, ειδικά όταν δεν έχουν τη συναίνεση των φυσικών γονιών των παιδιών που προστατεύουν. Ο νόμος δεν προβλέπει σε κανένα σημείο του την αυτόματη αναπλήρωση συναίνεσης των φυσικών γονιών, έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα εγκατάλειψης και αδιαφορίας για τα παιδιά τους. Η αναπλήρωση συναίνεσης εξακολουθεί να γίνεται από το δικαστήριο, αφού προηγηθούν πολλές αναζητήσεις των φυσικών γονιών, ενώ στην περίπτωση που εκείνοι εντοπίζονται και επιμένουν να αρνούνται, δίχως τίποτα να έχει αλλάξει προς το καλύτερο στο οικογενειακό περιβάλλον, η κοινωνική υπηρεσία του κρατικού φορέα οφείλει να επιδοθεί σ΄ έναν πολύμηνο δικαστικό αγώνα για να αποδείξει την ακαταλληλότητα της φυσικής οικογένειας.

Τα δημόσια ιδρύματα που υπάγονται στη Γενική ∆ιεύθυνση Πρόνοιας και φιλοξενούν τόσο παιδιά τυπικής ανάπτυξης όσο και παιδιά με χρόνιες παθήσεις και αναπηρίες, τα οποία αποτελούσαν αυτόνομες Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας υπαγόμενες στις κατά τόπους Υγειονομικές Περιφέρειες, συγχωνεύονται διοικητικά με τις αντίστοιχες δομές για ενήλικους με χρόνιες παθήσεις και αναπηρίες, ηλικιωμένους κ.λπ. ως αποκεντρωμένες δομές στα συνιστώμενα ανά περιφέρεια Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας.

Η εξωοικογενειακή φροντίδα παιδιών στη χώρα μας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ένα πεπαλαιωμένο και μάλλον αναχρονιστικό μοντέλο, μολονότι θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι σαφώς υπάρχουν και εξαιρέσεις. Αρκετά ιδρύματα, κυρίως του δημόσιου τομέα, στεγάζονται σε μεγάλα, παλαιά κτήρια, κατάλοιπο της μεταπολεμικής περιόδου όπου σκοπός τους ήταν η περίθαλψη μεγάλου αριθμού ορφανών ή παιδιών που κατέληγαν σε αυτά ως αποτέλεσμα των συρράξεων του εμφυλίου, ή λόγω ακραίας φτώχειας. Επίσης, πολλά ιδρύματα, του ιδιωτικού τομέα ή εκκλησιαστικά, λειτουργούν πρωτίστως βάσει ενός μοντέλου «φιλανθρωπίας» και δεν έχουν προσαρμόσει τη λειτουργία τους στα σύγχρονα δεδοµένα για την ανατροφή και τα δικαιώματα των παιδιών, ούτε είναι προσανατολισμένα στο προφίλ και τις ανάγκες παιδιών και εφήβων που πλέον απομακρύνονται από τις οικογένειές τους κυρίως λόγω κακοποίησης, παραμέλησης ή προβλημάτων σωματικής ή ψυχικής υγείας των γονέων τους.

Στις μέρες μας, στις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες, τα παραδοσιακά ιδρύματα παιδικής προστασίας έχουν καταργηθεί και αντικατασταθεί από μικρές μονάδες οικογενειακού τύπου, ή μονάδες με θεραπευτικό προσανατολισμό για παιδιά και εφήβους με συναισθηματικές ή συμπεριφορικές δυσκολίες. Η εισαγωγή σε ίδρυμα αντιμετωπίζεται ως έσχατη λύση, καθώς πάγια πολιτική είναι η προσπάθεια τοποθέτησης των παιδιών -ιδίως παιδιών μικρής ηλικίας- σε ανάδοχες οικογένειες, ενώ, σε κάθε περίπτωση, επιδιώκεται ο περιορισμός στο ελάχιστο της διάρκειας παραμονής στα ιδρύματα των παιδιών που εισάγονται σε αυτά.

Στη χώρα μας, αντιθέτως, η τοποθέτηση παιδιών που απομακρύνονται από την οικογένειά τους σε ιδρύματα αποτελεί κατά κανόνα την πρώτη και συνήθως τη μοναδική λύση που εξετάζεται. Η παραμονή τους σε αυτά είναι συχνά μακροχρόνια, καθώς δεν λειτουργούν προγράμματα αναδοχής ή υιοθεσίας,

Βασικό πρόβλημα στο σύστημα εξω-οικογενειακής φροντίδας στη χώρα μας, αποτελεί η απουσία ελάχιστων εθνικών προδιαγραφών λειτουργίας των ιδρυμάτων παιδικής προστασίας τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, καθώς και ενός Κώδικα Δεοντολογίας ο οποίος να καθορίζει ενιαίες προδιαγραφές πρακτικής πέραν και του θέματος της στελέχωσης - που αποτελεί πάγιο πρόβλημα στο σύνολο σχεδόν των ιδρυμάτων Πέραν του θέματος της στελέχωσης - που αποτελεί πάγιο πρόβλημα στο σύνολο σχεδόν των ιδρυμάτων

Η Ελλάδα κύρωσε τη Σύμβαση της Χάγης το 2009, βάσει της οποίας ένα ζευγάρι μπορεί να καταθέσει αίτηση διακρατικής υιοθεσίας για παιδί από άλλο κράτος που επίσης έχει κυρώσει τη Σύμβαση της Χάγης. Οι υποψήφιοι γονείς, αφού λάβουν τα στοιχεία του παιδιού θα πρέπει να ταξιδέψουν στη χώρα που βρίσκεται και η διαδικασία της υιοθεσίας γίνεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου της χώρας, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο. μετά χρειάζεται επικύρωση από το ελληνικό δικαστήριο. Για να προχωρήσει μία διακρατική υιοθεσία είναι αναγκαίο η νομοθεσία των εμπλεκόμενων χωρών να είναι συμβατή στα θέματα υιοθεσίας. Πολύ βασικό, λοιπόν, είναι πριν από οποιαδήποτε κίνηση να ελέγχεται το τρέχον νομικό καθεστώς της κάθε χώρας και οι ακριβείς όροι των διακρατικών συμφωνιών, που κατά περιόδους μπορεί να τροποποιούνται (κάτι απολύτως σύνηθες). 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση


NEWSLETTER