Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014 18:24

Κριμαία: άλλος ένας θλιβερός θρίαμβος του ρεαλισμού | Θέμος Ρίζος

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)
Κριμαία: άλλος ένας θλιβερός θρίαμβος του ρεαλισμού | Θέμος Ρίζος

Η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, με τη Δύση να μένει ουσιαστικά απλός παρατηρητής, είναι άλλη μία θλιβερή απόδειξη ότι, ακόμη και στον 21ο αιώνα, μόνο η σχολή του “ψυχρού” ρεαλισμού μπορεί να προσφέρει μία ορθολογική ερμηνεία των διεθνών σχέσεων.

 

Ο πολιτικός ρεαλισμός, η κυρίαρχη θεωρία στις Διεθνείς Σχέσεις, περιγράφει ένα διεθνές σύστημα άναρχο: ελλείψει κάποιας παγκόσμιας ρυθμιστικής αρχής, το κράτος είναι ο βασικός “παίκτης”. Οι διεθνείς οργανισμοί, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις και άλλες υπερεθνικές δομές έχουν δευτερεύοντα ρόλο, σε έναν κόσμο όπου τα κράτη λειτουργούν αυτόνομα και ορθολογιστικά για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους – κυρίως την αύξηση της ασφάλειάς τους. Έτσι, για τους ρεαλιστές, η ισχύς είναι ο βασικός -αν όχι ο μόνος- παράγοντας που καθορίζει τις διεθνείς σχέσεις: πρόκειται για έναν διαρκή αγώνα μεταξύ των κρατών για περισσότερη εξουσία, και μόνο μία -πάντα εύθραυστη- ισορροπία ισχύος μπορεί να διασφαλίσει την ειρήνη.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου -τον οποίο ειδικά οι νεορεαλιστές είχαν λατρέψει, καθώς αποτελούσε τέλεια εφαρμογή της θεωρίας της ισορροπίας ισχύος- κλόνισε για λίγο την κυριαρχία του ρεαλισμού. Το άνοιγμα των αγορών, ο ταχύς εκδημοκρατισμός πολλών κρατών, η διεύρυνση και ισχυροποίηση διεθνών θεσμών και οργανισμών, με πρώτη φυσικά την Ευρωπαϊκή Ένωση, φάνηκαν να δικαιώνουν τουλάχιστον ορισμένες πτυχές της αντίπαλης σχολής του (νεο)φιλελευθερισμού (ο οποίος σχετίζεται, αλλά δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον οικονομικό φιλελευθερισμό): η οικονομική αλληλεξάρτηση, η διεθνής συνεργασία, η προέλαση της δημοκρατίας είναι οι κύριοι παράγοντες που διασφαλίζουν την ειρήνη, όχι η ισορροπία ισχύος, λένε οι φιλελεύθεροι.

Έδαφος κέρδισε και η νέα σχολή του κονστρουκτιβισμού, που ισχυρίζεται ότι οι βασικές πτυχές των διεθνών σχέσεων δεν είναι δεδομένες, αλλά αποτελούν κοινωνικές κατασκευές, απόρροια όχι υλικών παραγόντων αλλά ευρέως διαδεδομένων κοινωνικών αντιλήψεων – για τους κονστρουκτιβιστές, αν αλλάξουν αυτές οι αντιλήψεις, θα μπορούσε να αλλάξει και η φύση του διεθνούς συστήματος.

Ήδη, όμως, από τη δεκαετία του ’90 έγινε σαφές ότι οι βασικές παραδοχές του ρεαλισμού δεν απειλούνταν. Τόμοι έχουν γραφτεί για το πώς τα κράτη, κυρίως οι Η.Π.Α. και οι σύμμαχοί τους, συνέχισαν να χρησιμοποιούν τους διεθνείς οργανισμούς και το διεθνές δίκαιο ως πρόφαση για επιλεκτικές επεμβάσεις, μόνο σε περιπτώσεις όπου θίγονται τα συμφέροντά τους. Κόσοβο, Αφγανιστάν, Ιράκ: η αρχή της κρατικής κυριαρχίας, τα ιδανικά της δημοκρατίας και της ελευθερίας, οι διαδικασίες που προβλέπει η Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών, είτε γίνονται “λάστιχο” για να δικαιολογήσουν την αμερικανική πολιτική, είτε καταπατούνται ευθέως.

Στην Κριμαία βλέπουμε μία ακόμη επιβεβαίωση του πολιτικού ρεαλισμού, μόνο που αυτή τη φορά οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί: η Ρωσία είναι αυτή που επεμβαίνει σε ξένο έδαφος, καταπατώντας το διεθνές δίκαιο (με πρόφαση, βέβαια, τα “δημοκρατικά δικαιώματα” των ρωσόφωνων κατοίκων), ενώ η Δύση παρακολουθεί εκτοξεύοντας κούφιες απειλές και απαντώντας στην πράξη μόνο με τις μέχρι στιγμής εξαιρετικά περιορισμένες κυρώσεις (απαγόρευση εισόδου στο ευρωπαϊκό έδαφος και “πάγωμα” λογαριασμών σε 21 Ρώσους και φιλορώσους Ουκρανούς αξιωματούχους από την Ε.Ε., αντίστοιχες κυρώσεις σε 11 άτομα από τις Η.Π.Α.). Χαρακτηριστική της αναποτελεσματικότητας αυτών των μέτρων είναι η ειρωνική απάντηση των βουλευτών της Δούμας, που αποφάσισε ομόφωνα να ζητήσει από Αμερικάνους και Ευρωπαίους να επιβληθούν οι ίδιες κυρώσεις σε όλα τα μέλη του ρωσικού κοινοβουλίου.

Πώς θα μπορούσε να ερμηνευτεί υπό το πρίσμα της φιλελεύθερης θεωρίας η ρωσική επέμβαση και η (μη) αντίδραση της Δύσης; Κινήθηκαν άραγε οι Ρώσοι, όπως ισχυρίζονται, μόνο από αγνά κίνητρα, δηλαδή για την προστασία των ρωσόφωνων της Κριμαίας; Φυσικά και όχι. Η Ρωσία είδε την ασφάλειά της να κινδυνεύει, με την εκδίωξη του Βίκτορ Γιανουκόβιτς από την Ουκρανία και την άνοδο στην εξουσία των φιλοδυτικών, που απομακρύνει τη χώρα από τη ρωσική επιρροή και τη φέρνει πολύ πιο κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ενδεχομένως στο ΝΑΤΟ. Ο “ζωτικός χώρος” της Ρωσίας είχε ήδη συρρικνωθεί σε επικίνδυνο βαθμό μετά τη διάλυση του Ανατολικού Μπλοκ και την ένταξη πολλών κρατών – πρώην δορυφόρων της Σοβιετικής Ένωσης στους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Μία φιλορωσική κυβέρνηση στην Ουκρανία διασφάλιζε μία τελευταία “ζώνη άμυνας” έναντι της Δύσης.

Με την αναίμακτη -μέχρι τώρα- προσάρτηση της Κριμαίας, οι Ρώσοι αντιστρέφουν την κατάσταση με διπλό όφελος: όχι μόνο επανακτούν την μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας χερσόνησο, αλλά και καθιστούν σαφές ότι ο περαιτέρω περιορισμός του “ζωτικού χώρου” της Ρωσίας δεν θα γίνει ανεκτός. Μάλιστα, οι στρατιωτικές κινήσεις σε συνδυασμό με τις δηλώσεις των Ρώσων αξιωματούχων, δείχνουν ότι η Μόσχα δεν θα διστάσει να προχωρήσει σε αντίστοιχη επέμβαση στην ανατολική Ουκρανία, χρησιμοποιώντας και εκεί το ίδιο όπλο με την Κριμαία – δηλαδή, την ρωσόφιλη πλειοψηφία.

Αντίστοιχα, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η ανησυχία της Δύσης έχει να κάνει με την καταπάτηση του διεθνούς δικαίου; Κι αν ναι, γιατί οι αντιδράσεις Η.Π.Α. και Ε.Ε. μένουν στις απειλές και σε κυρώσεις που ελάχιστα επηρεάζουν τη ρωσική επιθετικότητα;

Όπως η Ρωσία κινείται με αποκλειστικό γνώμονα τη διασφάλιση των συμφερόντων της, έτσι και για τη Δύση τα συμφέροντα είναι αυτά που καθορίζουν την πολιτική της για την Ουκρανία. Μόνο που, δυστυχώς για τις Η.Π.Α. και την Ε.Ε., στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συμφέροντα είναι αντικρουόμενα.

Οι Ευρωπαίοι έχουν κάθε λόγο να επιζητούν την ένταξη του Κιέβου στους ευρωατλαντικούς θεσμούς -και άρα τον περιορισμό της ρωσικής επιρροής στην Ουκρανία. Από την άλλη, οι οικονομικοί δεσμοί τους με τη Ρωσία, δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση μιας πιο σκληρής στάσης έναντι της Μόσχας. Έχουν γραφτεί πολλά για την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο (η Ε.Ε. εισάγει περίπου το 80% της παραγωγής της Ρωσίας). Συνολικά, η αξία του διμερούς εμπορίου έφτασε σχεδόν στα 400 δισεκατομμύρια ευρώ το 2012. Οι ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν να βρουν άλλες πηγές ενέργειας, σίγουρα όμως όχι βραχυπρόθεσμα.

Για τις Η.Π.Α., από την άλλη, δεν υπάρχει ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, ούτε ιδιαίτεροι εμπορικοί δεσμοί  - το διμερές εμπόριο δεν ξεπερνά τα 30 δις ευρώ. Οι Αμερικανοί όμως, όσο κι αν θα ήθελαν να αντιδράσουν στη ρωσική επιθετικότητα, έχουν κι αυτοί λόγους να μένουν σε ανώφελες καταδίκες και περιορισμένες κυρώσεις.

Κατ’ αρχάς, η κυβέρνηση Ομπάμα δέχεται πιέσεις από τους πάντα ισχυρούς  ”απομονωτιστές”, που υποστηρίζουν ότι οι Η.Π.Α. δεν έχουν καμία δουλειά να εμπλακούν περαιτέρω στην Κριμαία. Στο κάτω-κάτω, παραδέχονται ψυχρά, πρόκειται για την “πίσω αυλή” της Ρωσίας. Εξάλλου, στη χερσόνησο έγινε ένα δημοκρατικό δημοψήφισμα – δεν μπορούμε, λένε, να χρησιμοποιούμε το επιχείρημα του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση μόνο όταν μας βολεύει.

Για τον αμερικανό πρόεδρο, ωστόσο, υπάρχουν και τα ψυχρά δεδομένα της ισορροπίας στη διπλωματική σκακιέρα. Η Ρωσία διατηρεί μόνιμη θέση με δικαίωμα βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. και η συγκατάθεση, ή έστω η ανοχή της, είναι απαραίτητη για την προώθηση της αμερικανικής πολιτικής σε περιοχές πολύ πιο κρίσιμες για τις Η.Π.Α. από την Ουκρανία (όπως η Συρία και το Ιράν).

Ο Μπαράκ Ομπάμα φαίνεται διατεθειμένος να ανεχτεί την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία και για έναν επιπλέον λόγο: ελπίζει ότι αν η Δύση δεν κλιμακώσει τις αντιδράσεις της, η ρωσική επιθετικότητα θα σταματήσει εκεί, χωρίς να απειληθεί περαιτέρω η εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας. Στις ανατολικές περιοχές της χώρας υπάρχουν αποδεδειγμένα τεράστια κοιτάσματα φυσικού αερίου, για τα οποία ο αμερικανικός κολοσσός Chevron έχει υπογράψει συμφωνία έρευνας αξίας 400 εκατομμυρίων δολαρίων. Αντίστοιχες συμφωνίες έχουν γίνει με την επίσης αμερικάνικη Exxon Mobil και την αγγλο-ολλανδική Royal Dutch Shell. Μία εισβολή των Ρώσων στην ανατολική Ουκρανία θα είχε πιθανώς καταστροφικές συνέπειες για τα σχέδια αυτά.

Συνολικά, η κρίση στην Κριμαία καταδεικνύει το ξεκάθαρο -αν και λυπηρό- γεγονός ότι, ακόμη και στον 21ο αιώνα, μόνο ο πολιτικός ρεαλισμός συνεχίζει να προσφέρει μία συνολική, ορθολογική ερμηνεία για τη στρατηγική των κρατών. Μπορεί η ρεαλιστική θεώρηση να κατηγορείται ως μακιαβελική, “ψυχρή” ή “ανήθικη”, ωστόσο εκεί ακριβώς έγκειται και ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά της: δεν ασχολείται με ιδεολογίες, δεν στρατεύεται προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις ενέργειες της μιας ή της άλλης πλευράς, δεν βλέπει “καλούς” και “κακούς” στον κόσμο, παρά μόνο τα ψυχρά δεδομένα: τα αντικρουόμενα συμφέροντα των κρατών και τον αέναο αγώνα τους για την εξασφάλιση μιας καλύτερης θέσης στην πάντα εύθραυστη παγκόσμια ισορροπία ισχύος.

Θέμος Ρίζος 

Αναδημοσίευση από το thefrog.gr

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση


NEWSLETTER