Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014 18:24

Τα εν οίκω και τα εν Δήμω | Πάσχος Μανδραβέλης

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Τα εν οίκω και τα εν Δήμω | Πάσχος Μανδραβέλης

Οχι πως θα μας ένοιαζε να δούμε το πρόσωπο του «εφοπλιστή» που κατηγορείται για την εισαγωγή ενός και πλέον τόνου ηρωίνης, αλλά είναι απορίας άξιο να βλέπουμε το πρόσωπο το 22χρονου «σατανιστή -κατηγορουμένου για τη δολοφονία μια άστεγης – ενώ κάθε εικόνα του εισαγωγέα ναρκωτικών παραμένει στα ΜΜΕ θολή, με εκείνες τις ψηφίδες που συνηθίζουν τα βάζουν στα πρόσωπα των κατηγορουμένων.

 

Η διακριτική αυτή μεταχείριση δεν είναι ταξική. Δεν οφείλεται δηλαδή στο γεγονός ότι ο ένας είναι –ή λέει ότι είναι εφοπλιστής– και ο άλλος γιος ενός συνταξιούχου ηθοποιού. Περισσότερο οφείλεται στον παραλογισμό του νομοθετικού πλαισίου για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και στον τρόπο που οι δικαστικές αρχές τον εφαρμόζουν. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα αυτού ήταν η υπόθεση Ζαχόπουλου, το επονομαζόμενο και «έπος της 36χρονης». Το 2007, η φωτογραφία του ισχυρού γενικού γραμματέα και φίλου του πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή ήταν κρεμασμένη στα μανταλάκια, ενώ η φωτογραφία της κατηγορουμένης και άσημης υπαλλήλου ήταν θολή. Υστερα από ένα γύρισμα της δικαστικής υπόθεσης, η φωτογραφία και το όνομα της «36χρονης» (που εν τω μεταξύ είχε γίνει 37χρονη) άρχισε να δημοσιεύεται κανονικά, ενώ δημοσιευόταν θολή η φωτογραφία του δικηγόρου της –του «50χρονου εργατολόγου», όπως λέγαμε τότε– ο οποίος όμως ήταν πανελληνίως γνωστός, διότι επί ένα και πλέον έτος έδινε συνεντεύξεις στα κανάλια.

Η ιστορία με τα προσωπικά δεδομένα έχει γίνει ένα κουβάρι, ένας τραγέλαφος της νομικής επιστήμης, που δεν άπτεται καν της στοιχειώδους λογικής. Δικαστές, δικηγόροι, καθηγητές Νομικής επιχειρηματολογούν αενάως για μια φούσκα, η οποία συχνά σκάει στα μούτρα τους από την ακίδα της πραγματικότητας. Ετσι, συχνά επιχειρηματολογούν υπέρ της λογοκρισίας με βάση επιδιωκόμενους σκοπούς. Ισχυρίζονται πως η δημοσιοποίηση της φωτογραφίας του 22χρονου κατηγορούμενου για δολοφονία δημοσιεύεται διότι μπορεί να βοηθήσει τις διωκτικές αρχές στο έργο τους, να είναι, π.χ., αναμεμειγμένος και σε άλλες παράνομες πράξεις και κάποια μαρτυρία ενός πολίτη να ξετυλίξει τον μίτο της εξιχνίασης. Αλλά πάλι σάμπως ξέρουν σε τι υποθέσεις μπορεί να είναι αναμεμειγμένος ο κατηγορούμενος για εισαγωγή ναρκωτικών «εφοπλιστής»; Μπορεί και η δική του φωτογραφία να οδηγήσει στην εξιχνίαση άλλων υποθέσεων. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι επετράπη η δημοσίευση του ονόματος και δεν μιλάμε σήμερα για τον «40χρονο εφοπλιστή» είχε ως αποτέλεσμα τη δημοσιογραφική αποκάλυψη ότι ο κατηγορούμενος ήταν στη «λίστα Λαγκάρντ».

Το θέμα είναι ότι ο αχταρμάς με τα προσωπικά δεδομένα –που έφτιαξαν για να έχουν να λένε κάτι πρωτότυπο διάφοροι νομικοί– έγινε όχημα αυθαιρεσίας και πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η αυθαιρεσία: το 2006 ένας δημοσιογράφος κι ένας εικονολήπτης από την Πάτρα καταδικάστηκαν από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών και χρηματικό πρόστιμο ύψους 30.000 ευρώ, για μια συνέντευξη κατηγορουμένου εκτός δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι υπήρχε συναίνεση του τελευταίου. Οι πολιτικές σκοπιμότητες: την ίδια χρονιά, όταν αποκαλύφθηκε το «σκάνδαλο των κουμπάρων» και συνελήφθησαν στελέχη της κυβέρνησης για μια υπόθεση δωροδοκίας, ο γραμματέας του τότε κυβερνώντος κόμματος Λευτέρης Ζαγορίτης ρωτούσε τους δημοσιογράφους: «Τις χειροπέδες τις είδατε;». Να σημειώσουμε ότι οι «χειροπέδες» έπαιζαν από το πρωί ώς το βράδυ στα κανάλια, παρά τον νόμο που δόξαζαν όλοι για την «προστασία της εικόνας των κατηγορουμένων».

Οι αυθαιρεσίες και οι πολιτικές σκοπιμότητες εμφιλοχωρούν, διότι οι νομικές θεωρίες περί ιδιωτικής ζωής νεφελοβατούν στον απροσδιόριστο χώρο των επιδιωκόμενων σκοπών του υποκειμένου. Αντί να θέσουν αυστηρά αντικειμενικά όρια του ιδιωτικού τσαλαβουτούν στο δημόσιο, με αποτέλεσμα να μην προστατεύεται ούτε το δημόσιο ούτε το ιδιωτικό.

Ενα αντικειμενικό κριτήριο, για παράδειγμα, είναι το χωροταξικό. Οτιδήποτε συμβαίνει στο σπίτι κάποιου είναι ιδιωτική του υπόθεση (και μόνο οι Αρχές μπορούν να το παραβιάσουν τηρώντας τις εγγυήσεις του νόμου). Οτιδήποτε κάνει κάποιος σε δημόσιο χώρο είναι δημόσια υπόθεση και μπορεί να δημοσιοποιηθεί, ασχέτως αν ο ίδιος πιστεύει ότι κάνοντας γιόγκα στο Σύνταγμα είναι «ιδιωτική του υπόθεση». Η απαγγελία κατηγορητηρίου εναντίον ενός πολίτη δεν είναι ιδιωτική του υπόθεση για να μπαίνουν περιορισμοί στη δημοσιοποίησή της. Γίνεται από δημόσια αρχή και οι φορολογούμενοι πολίτες πρέπει να ξέρουν (όχι ποιοι κατηγορούνται, αλλά) ποιους κατηγορεί η δικαστική αρχή, ώστε να είναι δυνατός ο δημοκρατικός έλεγχος. Βεβαίως, η δημοσιοποίηση πρέπει να τηρεί τους κανόνες δεοντολογίας, αλλά η θέσπιση και η τήρηση αυτών δεν είναι δουλειά του νομοθέτη, αλλά του δημοσιογραφικού σώματος. Μπορεί η συνδικαλιστική έκφραση του κλάδου να απέτυχε και σ’ αυτό, αλλά το ένα κακό δεν διορθώνεται με ένα μεγαλύτερο κακό, που είναι η λογοκρισία.

Και οι πολιτικοί έχουν ιδιωτική ζωή, η οποία πρέπει να προστατεύεται, αρκεί βεβαίως να το κάνουν και οι ίδιοι. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, ένας πολιτικός να εκλέγεται εκθέτοντας τη σύζυγό του στο μπαλκόνι και μετά να ζητάει προστασία της ιδιωτικής του ζωής όταν κυκλοφορεί δημοσίως με την ερωμένη. Η περίπτωση του κ. Γαβριήλ Σακελλαρίδη, ο οποίος κατήγγειλε ότι «αμέσως μετά τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, σχεδιάστηκε και εξαπολύθηκε εναντίον μου επίθεση με όλα τα χαρακτηριστικά του πολιτικού εκβιασμού», είναι απολύτως ιδιωτική. Ακόμη και αν υπάρχει κάποιο ροζ βίντεο, αυτό ανήκει στα του οίκου του και ουδείς νομιμοποιείται όχι μόνο να το δημοσιοποιήσει, αλλά έστω να το αναφέρει. Το αστείο και τραγικό συνάμα είναι ότι ο κ. Μάκης Τριανταφυλλόπουλος, ο οποίος δηλώνει ότι κατέχει ένα τέτοιο βίντεο, δικαιολογεί την καραμπινάτη παραβίαση της ιδιωτικής ζωής του νεαρού πολιτικού με την ίδια λογική που οι δικαστικές αρχές λογοκρίνουν επιλεκτικά πτυχές του δημόσιου βίου, δηλαδή τη λογική των «επιδιωκόμενων σκοπών». Απλώς το κάνει αντιστρόφως· λέει ότι δημοσιοποιεί την ιδιωτική ζωή για να μας προστατεύσει από «κακούς πολιτικούς».

Είναι αστήρικτη η δικαιολογία του κ. Τριανταφυλλόπουλου για την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής κάποιου με βάση τους επιδιωκόμενους σκοπούς και άλλο τόσο αστήρικτες είναι και οι αποφάσεις της επιλεκτικής λογοκρισίας που κάνουν οι Αρχές για όσα γεγονότα συμβαίνουν στη δημόσια σφαίρα. Ο αχταρμάς με τα προσωπικά δεδομένα που δημιούργησαν επιφανείς νομικοί γυρίζει μπούμερανγκ. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο κ. Τριανταφυλλόπουλος καταδικάστηκε σε βαρύ πρόστιμο 200.000 ευρώ (που επικυρώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας) διότι μαγνητοσκόπησε σε δημόσιο χώρο βουλευτή και πρόεδρο της διακομματικής Επιτροπής Τυχερών Παιγνίων να παίζει φρουτάκια. Τιμωρήθηκε, δηλαδή, για παραβίαση της ιδιωτικής ζωής κάποιου δημόσιου προσώπου, που έκανε κάτι σε δημόσιο χώρο!

Διά του νεφελώματος της ιδιωτικής ζωής επικράτησαν πολλοί παραλογισμοί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η οποία το 2008 αρνήθηκε να καταθέσει στη Βουλή τους μισθούς των στελεχών της ΕΡΤ, θεωρώντας ότι τα λεφτά που έδιναν οι φορολογούμενοι στους υπάλληλους τους ήταν... προσωπικά δεδομένα των τελευταίων! Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επέβαλε πρόστιμο στην ΕΣΗΕΑ, διότι η τελευταία (σε μια σπάνια έκλαμψη) δημοσιοποίησε το 2005 τον κατάλογο των δημοσιογράφων που δούλευαν σε κρατικούς οργανισμούς και υπηρεσίες, λες και η σύμβαση κάποιου με το Δημόσιο είναι αποκλειστικά ιδιωτική του υπόθεση. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αδιαφάνειας διά της επίκλησης των προσωπικών δεδομένων είναι ότι τα «πόθεν έσχες» των βουλευτών αναρτώνται για μερικές ημέρες στον δικτυακό τόπο της Βουλής και μετά εξαφανίζονται.

Γι’ αυτό, καλόν είναι να χαράξουμε πραγματικές και σαφείς κόκκινες γραμμές στα θέματα της ιδιωτικής ζωής: Τα εν οίκω όλων των πολιτών δεν πρέπει να γίνονται βορά στην αγορά του δήμου. Από την άλλη πλευρά, όμως, τα εν δήμω δεν πρέπει να αποκρύπτονται, διότι τάχα μου είναι εν οίκω...

Πάσχος Μανδραβέλης

Αναδημοσίευση από το medium.gr

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση


NEWSLETTER