Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019 14:36

Επί Τάπητος: Μια παλιά απόπειρα σχεδιασμού για την περιοχή της Καλαμάτας

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(4 ψήφοι)
Επί Τάπητος: Μια παλιά απόπειρα σχεδιασμού για την περιοχή της Καλαμάτας

Συζητώντας για την πόλη είναι κάποια πράγματα τα οποία οι περισσότεροι αγνοούν και ορισμένοι κάνουν ότι τα... έχουν ξεχάσει. Και επειδή ο σχεδιασμός είναι η βάση επί της οποίας αναπτύσσεται η πόλη με ό,τι συνεπάγεται αυτό, θα ήταν χρήσιμο να θυμίσουμε κάποια πράγματα από μια μελέτη η οποία είναι γενικά άγνωστη.

Πρόκειται για τη “Ρυθμιστική μελέτη αναπτύξεως πόλεως και περιοχής Καλαμάτας” η οποία εκπονήθηκε το διάστημα 1968-1971 από το Σπουδαστήριο Πολεοδομικών Ερευνών του ΕΜΠ με επικεφαλής τον καθηγητή Αθ. Αραβαντινό.

Πρόκειται για την πρώτη απόπειρα ολοκληρωμένου σχεδιασμού για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή, οι προτάσεις της οποίας επηρέασαν σημαντικά τον νεότερο σχεδιασμό. Αξίζει να αναφερθούμε αρχικά σε μια εισαγωγική εκτίμηση της μελέτης με διαχρονική αξία καθώς προβλέπει πως στην εφαρμογή του σχεδιασμού θα υπάρξουν αντιδράσεις: «Αι αντιδράσεις αύται οφείλονται εις δύο κυρίως λόγους, αφ’ ενός μεν εις την μη κατανόησιν και πίστην εις τους τελικούς στόχους της μελέτης και εις την έλλειψιν “πολεοδομικής παιδείας” γενικώτερον, αφ’ ετέρου δε εις προσπαθείας επιτεύξεως, βραχυπροθέσμως, υπερόγκων οφελών. Αι τελευταία είναι και αι πλέον σημαντικαί, καθ’ όσον η μη εφαρμογή μιάς ρυθμιστικής μελέτης, ως άλλωστε και η ανυπαρξία ταύτης, έχει ως συνέπειαν την χαώδη και ανεξέλεγκτον ανάπτυξιν μιας πόλεως, ευνοούσα ούτω κερδοσκοπικάς τάσεις».

Η μελέτη αντιμετώπιζε το σύνολο των ζητημάτων που αφορούσαν στην ανάπτυξη της πόλης και πρότεινε μια σειρά από μέτρα και λύσεις που ήταν προσαρμοσμένα τόσο στις αντιλήψεις της εποχής, όσο και στην κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. Οσον αφορά στην οικιστική ανάπτυξη προβλεπόταν ότι αυτή θα έπρεπε να γίνει καθ’ ύψος στις περιοχές του υφισταμένου σχεδίου 1905 (πλην ιστορικού κέντρου) και κατ’ έκταση στη βορειοανατολική και βορειοδυτική πλευρά του σχεδίου.

Ειδικότερα προέβλεπε για τον άξονα της Αριστομένους: “Ενίσχυσις δι’ υψηλής δομήσεως και η αναμόρφωσις του παρά την οδόν Αριστομένους άξονος και του άξονος της παραλίας. Λαμβανομένων των απαραιτήτων μέτρων ώστε η καθ’ ύψος αύτη επέκτασις να μη προκαλέση συμφόρησιν και συμπαγή δόμησιν”. Με αραιοκατοικημένη τη σημερινή συμπαγή περιοχή πολυκατοικιών πρότεινε εκεί να γίνη “επέκτασις και μάλιστα σημαντική, εις το εντός σχεδίου ευρισκόμενον τμήμα της πόλεως, το περιλαμβανόμενον μεταξύ σημερινής πόλεως και παραλίας δυτικώς της Θεμιστοκλέους και ανατολικώς της Ακρίτα το οποίον είναι εξαιρετικώς αραιοκατωκημένον”. Και επέκταση στις νέες περιοχές που προαναφέρθηκαν: “Κατ’ έκτασιν επέκτασις της πόλεως προς ανατολάς και δυσμάς. Τούτο προτείνεται αφ’ ενός μεν λόγω της σχετικώς υψηλής αξίας γης εις την εντός σχεδίου περιοχήν, πράγμα ασυμβίβαστον με την ανάγκην εξευρέσεως περιοχών με χαμηλήν αξίαν γης διά την κατασκευήν μεγάλου μέρους των νέων κατοικιών και κέντρων, αφ’ ετέρου δε λόγω των ήδη διαμορφωμένων τάσεων αναπτύξεως της πόλεως και των αναμενομένων μελλοντικών τοιούτων”.

Στο πνεύμα της εποχής η μελέτη πρότεινε υψηλούς συντελεστές δόμησης αλλά ταυτοχρόνως άφηνε ελεύθερους χώρους στα οικοδομικά τετράγωνα για κήπους, γκαράζ κλπ. ενώ παράλληλα προέβλεπε δημιουργία ελεύθερων χώρων, πρασίνου και θέσεων στάθμευσης. Σχεδιάζοντας ένα δίκτυο ελεύθερων χώρων και πρασίνου σημείωνε ότι “η χωροθέτησις εξηρτήθη κατά κύριον λόγον από την προβλεπομένην πολεοδομικήν συγκρότησιν της πόλεως. Προτείνεται η δημιουργία δικτύου πρασίνου εις όλην την έκτασιν αυτής, είτε υπό την μορφήν κήπων εντός των τομέων κατοικίας (ποσοστόν καλύψεως χαμηλόν, ενιαίος ακάλυπτος διά του καθορισμού οπισθίας οικοδομικής γραμμής, περιοχαί οργανωμένης δομήσεως), είτε υπό την μορφήν πάρκων και περιπάτων (περιοχή Κάστρου, χώροι υφιστάμενων νεκροταφείων, άξων ποταμού Νέδοντος, περιοχή νοτίως στρατοπέδου”.

Για τη στάθμευση έκανε την πρόβλεψη για την ανάγκη 23.800 θέσεων στάθμευσης μελλοντικά και σημείωνε: “Η στάθμευσις οχημάτων εις τας περιοχάς κατοικίας αντιμετωπίζεται εις την παρούσαν μελέτην τόσον διά των καταλλήλων συντελεστών δομήσεως, όσο και διά της μορφής του δικτύου. Οι όροι δομήσεως δίδουν την δυνατότητα σταθμεύσεως εντός κοινοχρήστων ιδιωτικών χώρων, ιδιαιτέρως εις περιοχάς ηυξημένης πυκνότητας, ενώ η διαμόρφωσις των τοπικών δρόμων επιτρέπει την στάθμευσιν εις ειδικάς λωρίδας επ’ αυτών. Ιδιαίτεραι δυσχέρειαι αναμένεται ότι θα παρουσιασθοπύν μελλοντικώς εις την περιοχήν του σημερινού κέντρου, όπου οι χώροι κυκλοφορίας οχημάτων είναι ήδη ανεπαρκείς. Διά τον λόγον τούτον θα πρέπει εις τας νέας περιοχάς αναπτύξεως, αι οποία γειτνιάζουν προς το παλαιόν κέντρον, να ληφθή πρόνοια ώστε οι νέοι χώροι σταθμεύσεως να καλύπτουν και μέρος των αναγκών τούτου. Και εις την περίπτωσιν του κέντρου μέρος των υπολογισθεισών αναγκών θα πρέπει να καλυφθή από ιδιωτικούς χώρους ως ιδιωτικά γκαράζ, κεντρικάς αυλάς τετραγώνων, υπόγεια κτηρίων κλπ. αναλόγως προς τας αντιστοίχους δυνατότητας τόσον των ιδιωτικών, όσον και των δημοσίων χώρων”.

“Παλαιό κέντρον” η μελέτη ονομάζει την ευρύτερη περιοχή γύρω από την πλατεία 23ης Μαρτίου που θεωρεί πως θα πρέπει να αποσυμφορηθεί. Ετσι προτείνει τη δημιουργία ενός νέου κέντρου στην περιοχή που ήδη κατασκευαζόταν το Διοικητήριο. Εκεί πρότεινε να μεταφερθούν ο σιδηροδρομικός σταθμός, ο σταθμός των υπεραστικών ΚΤΕΛ και η κεντρική λαχαναγορά (για να δημιουργηθεί χώρος πρασίνου στη θέση της: “Μεταφορά της κεντρικής λαχαναγοράς από την θέσιν βορείως της πλατείας Αγίων Αποστόλων, προς νότον του υφιστάμενου σιδηροδρομικού σταθμού, όπου θα μεταφερθούν και ο νέος σιδηροδρομικός σταθμός, τα ΚΤΕΛ και μέρος των βιοτεχνιών των εχουσών σχέσιν με συνεργεία αυτοκινήτων, μηχανουργεία κλπ. Η ως άνω μεταφορά θα έχη δύο ευνοϊκάς επιπτώσεις: Αφ’ ενός μεν την απελευθέρωσιν του χώρου, όν καταλαμβάνει σήμερον, όστις θα διατεθή διά πράσινον, το οποίον ελλείπει παντελώς από την εν λόγω περιοχήν, αφ’ ετέρου δεν την συγκέντρωσιν εις την νέαν θέσιν καταστημάτων γενικού εμπορίου, πλησίον του βασικού κόμβου υπερτοπικών μεταφορών, καθώς και την συγκέντρωσιν των αντιστοίχων διοικητικών υπηρεσιών. Ο ως άνω κόμβος προβλέπεται να εκτονώση το υφιστάμενον κέντρον και να αποτελέση την αρχήν νέου άξονος γενικού εμπορίου - μεταφορών και περιοχής βιοτεχνίας. Ο άξων ούτος θα ενούται μετά της οδού Κλαδά - νέας αρτηρίας Νέδοντος και θα συνεχίζει παραλλήλως προς αυτήν προς Νότον”.

Στη μελέτη παρουσιάζεται για πρώτη φορά η ιδέα των δύο κέντρων γειτονιάς: “Διαφοροποίηση της εντάσεως του εμπορικού ιστού θα επιφέρουν τα δύο τοπικά κέντρα τα δημιουργηθησόμενα εις την Πλεύναν και νοτίως του Στρατοπέδου. Δι’ αυτών σκοπείται αποσυμφόρησις του κεντρικού τμήματος του κέντρου, και ισόμετρος ανάπτυξης των περιοχών κατοικίας. Η επέκτασις αυτή του εμπορικού ιστού, θα γίνει, διά μεν την Πλεύναν δι’ ενισχύσεως του ήδη υφισταμένου άξονος Αθηνών δι’ ενός νέου κόμβου, διά δε την περιοχήν νοτίως του Στρατοπέδου διά δημιουργίας εντός της περιοχής κατοικίας, μικρού αυτοτελούς εμπορικού κέντρου”.

Η μελέτη εντόπιζε την ανάγκη δημιουργίας πεζοδρόμων και ποδηλατοδρόμων: “Εμελετήθη διακεκριμένον δίκτυον πεζοδρόμων. Προορισμός του δικτύου πεζοδρόμων είναι να εξασφαλίση την ασφαλή, άνετον και ευχάριστον μετακίνησιν πεζή μεταξύ κατοικίας, κέντρου, σχολείου, ελεύθερων χώρων κ.ο.κ [...] Εις ωρισμένας θέσεις προβλέπονται κλάδοι δά την εξυπηρέτησιν κινήσεως ποδηλάτων”.

Και βεβαίως είχε ειδική πρόνοια για την προστασία και ανάδειξη των διατηρητέων της πόλης: “Απαραίτητος κρίνεται κατ’ αρχήν η ανακήρυξις των υπό της μελέτης προτεινομένων τομέων ως διατηρητέων ή χρηζόντων ειδικής προστασίας και μεταχειρήσεως. Κατόπιν τούτου πρέπει να οργανωθεί επιτροπή επιστημόνων (αρχιτεκτόνων πολιτικών μηχανικών, αρχαιολόγων, οικονομολόγων) προσηρτημένη εις την Νομαρχίαν, η οποία ήθελεν αναλάβη τα της διατηρήσεως και συντηρήσεως των αξιολόγων κτηρίων και συνόλων, ως και τον έλεγχον οιασδήποτε παρεμβάσεως εις τους εν λόγω τομείς”.

Από την αποσπασματική παράθεση κάποιων σημείων και προβλέψεων, γίνεται φανερό πως συζητούμε για μια σπουδαία παρέμβαση στην εξέλιξη της πόλης, η οποία όμως “παρασύρθηκε” από εκείνο που φοβούνταν οι μελετητές εξ αρχής. Από τις προσπάθειες “επιτεύξεως υπερόγκων οφελών”. Ετσι δημιουργήθηκε σε ελάχιστο χρόνο μια συμπαγής τσιμεντούπολη ακόμη και σε εκείνες τις περιοχές που η μελέτη χαρακτήριζε “αραιοκατωκοιμένες”, διαδικασία που είχε ξεκινήσει πριν ακόμη αυτή ολοκληρωθεί. Υπάρχουν όμως και πολλά ακόμη ενδιαφέροντα σημεία, στα οποία θα επανέλθουμε με νέο δημοσίευμα.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019 13:44