Κυριακή, 05 Απριλίου 2026 07:58

Η Γεωργία Παπουτσή στην "Ε": «Θα ήθελα ο θεατής να νιώσει τη μνήμη σαν κάτι ζωντανό που μεταβάλλεται»

Γράφτηκε από την

Η Γεωργία Παπουτσή στην "Ε": «Θα ήθελα ο θεατής να νιώσει τη μνήμη σαν κάτι ζωντανό που μεταβάλλεται»

Με θερμή ανταπόκριση και παρουσία πλήθους κόσμου εγκαινιάστηκε την περασμένη Παρασκευή, η έκθεση «Χρώμα σε μετάβαση - Από τη φωτογραφία στη ζωγραφική» της Γεωργίας Μ. Παπουτσή, στον χώρο τέχνης Α49. Η έκθεση θα διαρκέσει έως το Σάββατο 9 Μαΐου.

Η Γεωργία Μ. Παπουτσή είναι εικαστική καλλιτέχνις με εξειδίκευση στη ζωγραφική, τη φωτογραφία, τη σκηνογραφία και τα πολυμέσα. Η εμπειρία της περιλαμβάνει συμμετοχές σε διεθνείς εκθέσεις, καλλιτεχνικά residencies, θεατρικές και κινηματογραφικές παραγωγές. Παράλληλα, δραστηριοποιείται ενεργά στον χώρο της εσωτερικής αρχιτεκτονικής. Η έκθεση παρουσιάζει μια εξελικτική διαδρομή από την αρχική φωτογραφική αποτύπωση προς την ζωγραφική επιφάνεια, όπου μνήμη, ύλη και χειρονομία συνθέτουν ένα ενιαίο εικαστικό πεδίο. Οι εικόνες γεννιούνται αργά, οργανικά, μέσα από επάλληλα στρώματα χρώματος και φωτός, καλώντας τον θεατή να παρακολουθήσει την ίδια την πράξη της δημιουργίας και όχι μόνο το τελικό αποτέλεσμα.

Μιλώντας στην “Ε”, η καλλιτέχνις αναφέρει: “Θα ήθελα ο θεατής να νιώσει τη μνήμη σαν κάτι ζωντανό, που μεταβάλλεται και να βιώσει αυτή τη διαδικασία της μεταμόρφωσης μέσα στην έκθεση. Περισσότερο από το να ‘καταλάβει’, με ενδιαφέρει να αισθανθεί - να κάνει δικούς του συνειρμούς και να φύγει με μια προσωπική εμπειρία”.

Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου

Τι σηματοδοτεί για εσάς η έκθεση «Χρώμα σε μετάβαση»;

Για μένα αυτή η έκθεση είναι κυρίως μια διαδικασία και όχι ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Θα έλεγα ότι είναι μια εξερεύνηση της μεταμόρφωσης της εικόνας, όπου το χρώμα λειτουργεί σαν φορέας μνήμης, ύλης και χειρονομίας. Είναι μια αργή, οργανική διαδρομή, όπου η εικόνα διαλύεται και επανασυντίθεται, και μέσα από αυτό προκύπτουν διαφορετικά έργα, το καθένα με τη δική του ζωγραφική ποιότητα.

Πώς προέκυψε η ιδέα της μεταμόρφωσης της φωτογραφίας σε ζωγραφική επιφάνεια;

Ξεκίνησε μέσα από την επεξεργασία παλιών φωτογραφιών και άλμπουμ. Μέσα από αλλοιώσεις, μετατοπίσεις και χημικές παρεμβάσεις, η εικόνα άρχισε να χάνει τη σταθερότητά της και να αποκτά κάτι πιο ζωγραφικό. Οπότε η μετάβαση στη ζωγραφική ήρθε πολύ φυσικά, σαν συνέχεια της ίδιας της διαδικασίας. Αυτό φαίνεται και στον χώρο της έκθεσης — ξεκινάς από τα αρχικά φιλμ, βλέπεις μετά τους πίνακες και στο τέλος υπάρχει ένα βίντεο που δείχνει τη σκέψη και τη διαδρομή πίσω από τη δουλειά.

Ξεκινάτε από το φωτογραφικό αρνητικό και καταλήγετε σε κάτι σχεδόν ζωγραφικό και αφηρημένο. Τι σας ενδιαφέρει σε αυτή τη «διάλυση» της εικόνας;

Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η στιγμή που η φωτογραφία παύει να είναι απλώς καταγραφή της πραγματικότητας και γίνεται εικόνα. Η «διάλυση» για μένα δεν είναι καταστροφή - είναι μια δημιουργική διαδικασία που ανοίγει χώρο για νέες μορφές και ενεργοποιεί τη μνήμη και τη φαντασία.

Η χρήση τεχνικών όπως το διχρωμικό κόμμι και η κυανοτυπία φέρνει μαζί ιστορικές και σύγχρονες πρακτικές. Τι σας ελκύει σε αυτές τις παλιές μεθόδους;

Με ελκύει πολύ η υλικότητά τους και το πόσο άμεσες είναι. Επίσης το ότι δεν είναι τόσο γνωστές, πρέπει να τις ψάξεις, να τις ανακαλύψεις. Η φωτογραφία έχει πάρα πολλές πρακτικές που δεν είναι ευρέως διαδεδομένες. Μου αρέσει που μέσα από αυτές μπορώ να μπλέκω τεχνικές και να φέρνω τη φωτογραφία πιο κοντά στη ζωγραφική, φτιάχνοντας κάτι δικό μου. Είναι χειροποίητες διαδικασίες, με τυχαιότητα και φθορά, και αυτό για μένα συνδέεται πολύ με τη μνήμη. Τα έργα με διχρωμικό κόμμι που δείχνω είναι από τα τελευταία μου και συνέχισα κυρίως με κυανοτυπία και χρώμα.

Σε ποιο σημείο νιώθετε ότι η φωτογραφία παύει να είναι φωτογραφία και γίνεται κάτι άλλο;

Νομίζω όταν χάνει την αναγνωρισιμότητά της. Οταν δεν τη βλέπεις πια ως καταγραφή, αλλά ως επιφάνεια, ως ύλη. Εκεί αρχίζει να πλησιάζει πιο πολύ τη ζωγραφική.

Πότε νιώθετε ότι μια εικόνα «ολοκληρώνεται»;

Δεν το βλέπω ως κάτι απόλυτο. Συνήθως συμβαίνει όταν νιώσω ότι υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στη διάλυση και τη διατήρηση της μορφής. Οταν η εικόνα «αναπνέει» και δεν χρειάζεται να την αγγίξω άλλο. Το ίδιο ισχύει και για τα καθαρά ζωγραφικά μου έργα.

Με ποιον τρόπο επηρεάζει η σκηνογραφία τη δουλειά σας στις εκθέσεις;

Η σκηνογραφία για μένα είναι συνέχεια του έργου. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου τα έργα συνομιλούν μεταξύ τους και ο θεατής τα βιώνει πιο συνολικά. Στη συγκεκριμένη έκθεση, ο Βαγγέλης Νικολάου έκανε μια εξαιρετική δουλειά - με βοήθησε πολύ και πραγματικά ανέδειξε το έργο.

Εχετε δραστηριοποιηθεί έντονα στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στις Βρυξέλλες. Πώς έχει επηρεάσει αυτό την καλλιτεχνική σας ταυτότητα;

Οι Βρυξέλλες με επηρέασαν πολύ. Ηρθα σε επαφή με διαφορετικές κουλτούρες και τρόπους δουλειάς. Και η εμπειρία μου στη Σχολή Καλών Τεχνών, τόσο ως φοιτήτρια όσο και ως καθηγήτρια, ήταν πολύ σημαντική. Μέσα από όλα αυτά που είδα και δοκίμασα, διαμόρφωσα σιγά-σιγά τη δική μου ταυτότητα.

Πώς αλλάζει η εμπειρία μιας έκθεσης όταν αυτή συμβαίνει σε έναν πιο «ήσυχο» τόπο;

Σε έναν πιο ήσυχο τόπο ο θεατής έχει τον χρόνο να σταθεί. Η εμπειρία γίνεται πιο εσωτερική, πιο στοχαστική. Θα έλεγα μάλιστα ότι αξίζει κάποιος να ξαναεπισκεφθεί την έκθεση μετά τα εγκαίνια, για να τη δει πιο ήρεμα και να αντιληφθεί το σύνολο των έργων.

Πιστεύετε ότι υπάρχει περιθώριο στη Μεσσηνία για την ανάπτυξη εργαστηρίων γύρω από πιο πειραματικές μορφές φωτογραφίας; Θα σας ενδιέφερε να συμβάλετε σε αυτό;

Ναι, πιστεύω ότι υπάρχει πολύς χώρος, ειδικά σε μέρη που δεν είναι κορεσμένα, όπως η Μεσσηνία. Θα με ενδιέφερε πολύ να συμβάλω, δημιουργώντας εργαστήρια και χώρους πειραματισμού, κυρίως γύρω από την κυανοτυπία και τις μικτές τεχνικές, που να απευθύνονται σε όλους, παιδιά, ενήλικες και άτομα με αναπηρία.

Τι θέλετε να αποκομίσει ο θεατής από αυτή την έκθεση;

Θα ήθελα ο θεατής να νιώσει τη μνήμη σαν κάτι ζωντανό, που μεταβάλλεται. Να βιώσει αυτή τη διαδικασία της μεταμόρφωσης. Περισσότερο από το να «καταλάβει», με ενδιαφέρει να αισθανθεί - να κάνει δικούς του συνειρμούς και να φύγει με μια προσωπική εμπειρία.

Η έκθεση, που θα διαρκέσει έως το Σάββατο 9 Μαΐου, είναι επισκέψιμη στον χώρο τέχνης Α49, Αναγνωσταρά 49, στην Καλαμάτα, από Δευτέρα έως Παρασκευή, 11 π.μ. - 2 μ.μ. και 6 μ.μ. - 9 μ.μ., καθώς και το Σάββατο, 11 π.μ. - 2 μ.μ. Την Κυριακή ο χώρος παραμένει κλειστός.