Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015 20:16

Η λογοτεχνία μας στο Επος του ’40 Ι Αντωνία Παυλάκου - Χριστακοπούλου

Γράφτηκε από την 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)
Η λογοτεχνία μας στο Επος του ’40 Ι Αντωνία Παυλάκου - Χριστακοπούλου

Μακριά από τις χιονισμένες κορφές των βουνών της Ηπείρου που οι στρατιώτες μας είχαν τον πρώτο λόγο, που ήταν οι πρωταγωνιστές και που δημιουργούσαν τα γεγονότα, οι καλλιτέχνες και οι λογοτέχνες της εποχής, σιωπηλοί από τα γραφεία τους, αποτύπωναν με το δικό τους βλέμμα τα γεγονότα και το ηρωικό πνεύμα της εποχής.

Γιατί το βλέμμα του καλλιτέχνη, και εν προκειμένω του λογοτέχνη, είναι εκείνο που απορροφά από τα γεγονότα ό,τι και όπως αυτό αγγίζει την ψυχή του. Οι εντυπώσεις καταγράφονται και διατηρούνται αναλλοίωτες και αδιαπραγμάτευτες, γιατί ο λογοτέχνης δεν αποβλέπει ούτε στην ενημέρωση ούτε στη διαπαιδαγώγηση. Τα επιτυγχάνει όμως χωρίς προγραμματισμό και τα δύο. Εγραφε ο Πέτρος Χάρης στο περιοδικό «Νέα Εστία»: «Τα λογοτεχνικά κείμενα μας δίνουν την κρυφή, την εσωτερική δύναμη των γεγονότων, ή αν θέλετε την ψυχή των ανθρώπων που τα πραγματοποίησαν. Και οι μεταγενέστεροι κερδίζονται μόνον όταν αισθάνονται ότι επικοινωνούν με τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, με τον ψυχικό κόσμο που τα προετοίμασε και τα διαμόρφωσε».

Ξεκινώντας από την πρώτη ημέρα του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940 συναντούμε το βιβλίο «Γιώργος Σεφέρης Μέρες Γ 16 Απρίλη 1934-14 Δεκέμβρης 1940» (εκδ. Ικαρος). Εκεί ο Σεφέρης, ο οποίος ως γνωστόν υπήρξε στέλεχος του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, θα γράψει: «Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: "Εχουμε πόλεμο". Τίποτα άλλο. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω απ' τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκείνη που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι».

Στις 10 Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων: «Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασαν, η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμήν της. Οι Ελληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωση της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθιά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης, με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρώπινης ιστορίας. Εχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεση: Οτι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι μας πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητας και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Ελληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν' απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του κόσμου και να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξει τα δυναστευόμενα έθνη από τη φοβέρα της μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος. Οταν μια τέτοια επανάσταση συντελεστεί η νίκη θα είναι δική μας. Με τη μεγάλη αυτή ελπίδα σας στέλνουμε τον πιο αδελφικό μας χαιρετισμό Κωστής Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, Αγγελος Σικελιανός, Γεώργιος Δροσίνης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Αριστος Καμπάνης».

Ακολούθησαν με ένα αναλόγου περιεχομένου μανιφέστο και άλλοι πολλοί, εξίσου τότε ή λίγο αργότερα, διάσημοι Ελληνες λογοτέχνες. Στο κείμενο του μανιφέστου μεταξύ άλλων τονιζόταν πως: «Ο ιταλικός φασισμός βαδίζει προς το θάνατο κι εμείς οι Ελληνες σκάβουμε τον τάφο του. Μπορεί να πεθαίνουμε, αλλά θα πεθάνει κι αυτός. Θα τον σκοτώσει το ελληνικό πνεύμα, που έχει σκοτώσει εχθρούς μεγαλύτερους και φοβερώτερους απ' αυτόν. Ελεύθεροι άνθρωποι όλων των εθνών, συγγραφείς, ποιητές, καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, ιδεολόγοι, μην ξεχνάτε ότι η Ελλάδα πολεμά για την μοίρα του κόσμου». Κι ακολουθούν οι υπογραφές των: Ελλης Αλεξίου, Ηλία Βενέζη, Νικ. Βρεττάκου, Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου, Κ. Δημαρά, Οδ. Ελύτη, Γ. Θεοτοκά, Αλκη Θρύλου, Λιλής Ιακωβίδη, Μ. Καραγάτση, Σωκρ. Καραντινού, Θράσου Καστανάκη, Γ. Κατσίμπαλη, Γ. Κοτζιούλα, Λέοντα Κουκούλα, Φάνη Μιχαλόπουλου, Γ. Μυλωνογιάννη, Λιλίκας Νάκου, Μελή Νικολαΐδη, Τ. Μπαρλά, Ασημάκη Πανσέληνου, Σοφίας Παπαδάκη, Κλέωνα Παράσχου, Θανάση Πετσάλη - Διομήδη, Γ. Σεφέρη, Τατιάνας Σταύρου, Αγγελου Τερζάκη, Κ. Τσάτσου, Δημ. Φωτιάδη, Πέτρου Χάρη, Γιάννη Χατζίνη, Αιμίλιου Χουρμούζιου, Δ. Νικολαρεΐζη, Μήτσου Παπανικολάου.

Σ' αυτόν τον αγώνα υπέρ βωμών και εστιών δεν υστέρησε κανένας. Επώνυμοι και ανώνυμοι και ανάμεσά τους οι λογοτέχνες μας ανταποκρίθηκαν στο προσκλητήριο της πατρίδας είτε στα πεδία των μαχών είτε στα μετόπισθεν με κείμενα διαμαρτυρίας, με τα μαχητικά άρθρα τους και τα ενθουσιώδη, ως άλλοι Τυρταίοι, ποιήματά τους. Ο διακεκριμένος φιλόσοφος, λογοτέχνης, καθηγητής πανεπιστημίου και πολιτικός Παν. Κανελλόπουλος, εξόριστος στην Κάρυστο, έστειλε τηλεγράφημα στην κυβέρνηση, με το οποίο έθετε τον εαυτό του στην υπηρεσία της πατρίδος. Εγραφε: «Λαός ολόκληρος ενθουσιώδης και αποφασισμένος. Οποιος χύσει το αίμα του δεν θα το χάσει. Ζήτω η Ελλάς». Ντυμένοι την τιμημένη στολή του Ελληνα φαντάρου πολεμούσαν πάνω στα βορειοηπειρωτικά βουνά λογοτέχνες και δημοσιογράφοι. Ενδεικτικά αναφέρουμε: τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Αγγελο Τερζάκη, τον Νικηφόρο Βρεττάκο, τον Γιάννη Χατζίνη, τον Αγγελο Βλάχο, τον Αστέρη Κοββατζή. Μερικοί ζήτησαν και πήγαν εθελοντές, όπως ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Γιάννης Μπεράτης κ.ά. «Η παρουσία της τότε πνευματικής ηγεσίας στα πεδία των μαχών, και μάλιστα εθελοντικώς, επηρέασε πολύ θετικά το φρόνημα όλων των παιδιών που πολεμούσαν» έγραψε η καθηγήτρια Πανεπιστημίου κ. Μερόπη Σπυροπούλου.

Δημοσιογράφοι, ανταποκριτές αθηναϊκών εφημερίδων, είχαν φτάσει στην πρώτη γραμμή του πυρός διακινδυνεύοντας τη ζωή τους. Ηταν εκεί ο Σπύρος Μελάς, ο Παύλος Παλαιολόγος, ο Βάσος Τσιμπιδάρος, ο Κ. Τριανταφυλλίδης, ο Κώστας Αθάνατος, ο Γ. Ρούσσος κ.ά. Εξάλλου, ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης που ζούσε και σπούδαζε στην Ιταλία ήρθε αμέσως στην Ελλάδα να κάνει τη στρατιωτική του θητεία. Από τις κακουχίες του πολέμου πέθανε στις 25 Φεβρουαρίου 1941. Και για να επιστρέψουμε στους δημοσιογράφους: Ποιον δεν συνήγειρε ο Παύλος Παλαιολόγος με το φλογερό άρθρο του «Προς το καθήκον» δημοσιευμένο στο «Ελεύθερο Βήμα» στις 29 Οκτωβρίου 1940; Ανάμεσα σε πολλά άλλα λέει: «Δεν είναι η μανία του πολέμου που τους εμπνέει, δεν είναι το πάθος της περιπέτειας. Είναι η αίσθηση της αξιοπρέπειας. Οταν αυτή είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους, τότε το τροπάριο της ειρηνοφιλίας διακόπτεται. Οχι από αγάπη στον πόλεμο. Από αγάπη προς αυτήν την ειρήνη. Γιατί τίποτα δεν εξυπηρετεί την ειρήνη χειρότερα από την καλοπροαίρετη διάθεση των λαών να δέχονται ραπίσματα. Οφείλουμε μέγα χρέος στους Ελληνες, γιατί εκείνοι πρώτοι έσπασαν την πομφόλυγα του αήττητου φασισμού».

Η πένα δε του Γεωργίου Α. Βλάχου αφήνει μνημεία αρθρογραφικού λόγου σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Παραθέτουμε ελάχιστο απόσπασμα από το περίφημο άρθρο στην «Καθημερινή» της 29ης Οκτωβρίου 1940 με τίτλο «Το στιλέτον». «Τον πόλεμον αυτόν δεν τον εζητήσαμεν, δεν τον προκαλέσαμεν, δεν τον ηθελήσαμεν. Μας επεβλήθη κατά τον χυδαιότερον, κατά τον σκαιότερον τρόπον. Κληρονόμοι μακράς ιστορίας θα αποθάνωμεν όλοι. Δεν προεκαλέσαμεν κανένα, δεν ηπατήσαμεν κανένα, δεν ηθελήσαμεν ουδέ στόχοι υπονοιών να υπάρξωμεν απέναντι ουδενός. Εκεί εις την γωνίαν όπου ηλπίζαμεν ότι δεν θα μας φθάσουν αι σφαίραι και τα θραύσματα των οβίδων, παρουσιάσθη εξαφνικά το στιλέτον. Θα το υποδεχθώμεν -το υπεδέχθημεν ήδη- με το μέτωπον υψηλά, με το στήθος προτεταμένον, με τας χείρας ενόπλους, με κάτι ανώτερον από τον χάλυβα, τα αεροπλάνα και το πετρέλαιον: με το θάρρος και με τα πτερά της ψυχής. Θα αποθάνωμεν όλοι, χωρίς να πρέπη και χωρίς να το θέλωμεν. Και αν οι Ιταλοί κατορθώσουν να νικήσουν ένα λαόν ο οποίος έχει αποφασίσει να αποθάνη, ε, τότε θα είναι η από αιώνων πρώτη μεγάλη και παράδοξος νίκη των. Αλλ' αυτό δεν θα συμβή. Η Ελλάς θα νικήση, θα νικήση η αυτοθυσία, το θάρρος, η ιδέα - και το στιλέτον θα ηττηθή».

Οι πεζογράφοι της εποχής δεν υστερούν των δημοσιογράφων σε αρθρογραφία. Ο Ηλίας Βενέζης τόνιζε: «Δεν ήταν μόνο για τ' αγαθά τους, για την ξερή τους γη, για το γυμνό τους βράχο που είπαν ΟΧΙ οι Ελληνες. Ηταν για την ελπίδα που κινδύνευε».

Ο Στρ. Μυριβήλης δημοσιεύει στο περιοδικό «Νέα Εστία» στις 15-11-40 το άρθρο «Η ώρα της Ιστορίας». Ο Αγγελος Τερζάκης γράφει επίσης στη «Νέα Εστία» άρθρο για τον πρώτο στρατιώτη, τον Αλ. Διάκο που έπεσε στην πλαγιά της Τσούκας. Από το ημερολόγιο που κρατά έχει κατόπιν εκδοθεί το βιβλίο «Προσωπικές Σημειώσεις». Γενικότερα η εμπειρία των πεζογράφων μας στον πόλεμο ή στα μετόπισθεν έδωσε αργότερα έργα όπως «Ωρα της Ιστορίας» του Στρ. Μυριβήλη, «Το Χρονικό του '40» του Ηλ. Βενέζη, «Η Ελληνική Εποποιία 1940-41» του Αγγ. Τερζάκη, «Το πλατύ ποτάμι» του Γιάν. Μπεράτη, τα «Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953» του Γ. Θεοτοκά. Εντύπωση θα προκαλέσει η ηχηρή σιωπή της Πηνελόπης Δέλτα, η οποία μετά το Επος αρνείται μέσω της αυτοκτονίας της να συμβιβαστεί με την ήττα.

Η ποίηση από την άλλη πλευρά έχει την αφάνταστη δυνατότητα να συλλαμβάνει τα γεγονότα με ιδιαίτερο τρόπο και να συνοψίζει νοήματα και μηνύματα που προέρχονται από μια βαθιά ενόραση και έμπνευση των ποιητών.

Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω ότι ο Παλαμάς είχε σωπάσει μερικά χρόνια πριν το '40. Παρόλα αυτά λίγο μετά την κήρυξη του πολέμου, έγραψε το παρακάτω ποίημα «Στη Νεολαία μας» που αφιέρωσε στη νεολαία.

«Αυτό κρατάει ανάλαφρο μες στην ανεμοζάλη/ Το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι,/ Τούτο το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα/ μεθύστε με τ' αθάνατο κρασί του Εικοσιένα». Ενώ αξέχαστη παραμένει η ρήση του: «Η μεγαλοσύνη στα έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα, με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα».

Ο Αγγελος Σικελιανός, προϊδεασμένος από τα διεθνή γεγονότα που είχαν προηγηθεί της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα και τον τορπιλισμό της "Ελλης" το Δεκαπενταύγουστο του '40 στην Τήνο, έγραψε εκείνον τον Αύγουστο την τραγωδία του «Σίβυλλα», όπου προφητικά παρουσιάζει το λαό να αναζητεί τη σωστή κατεύθυνση, τον «όρθιο σκοπό». Αμέσως μετά την 28η Οκτωβρίου, στις 15-11-40 έγραψε και το ακόλουθο κείμενο που φαίνεται πεζό αλλά διαπνέεται από μια σπάνια ποιητική έξαρση κι είναι εν πολλοίς γνωστό: «Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε: μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε: ακόμα ένα Εικοσιένα! Και ήρτες τέλος Συ, Μητέρα - Μέρα όπου αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, στον υπέρτατό τους ηθικόν ιστορικό ρυθμό!... Και θε να Σε κρατήσουμε όλοι, στο τεράστιο ύψος που μας φανερώθηκες απ' τα χαρακώματα των Εικοσιοκτώ του Οχτώβρη του 1940, κι ως τώρα με τη συντέλεια των αιώνων, είτε ζήσουμε, είτε, αύριο που θα φέγγεις πάνω απ' όλο τον πλανήτη το γιγάντιο φως Σου, θα βρισκόμαστε στα σπλάγχνα Σου, ω Μητέρα, αθάνατοι νεκροί».

Και πώς να λησμονήσει κανείς βέβαια το ποίημά του «Ηχήστε οι σάλπιγγες» με το οποίο ο λαός της Αθήνας κατευόδωσε τον Κ. Παλαμά και που το απήγγειλε ξανά ο ίδιος τη μέρα της απελευθέρωσης τον Οκτώβριο του '44, συνεγείροντας και πάλι τα πλήθη.

Δεν ξεχνάμε επίσης το λιτό μα παραστατικό «Επίγραμμα» του Λέοντος Κουκούλα:

«Δε χάθηκες μα κι ούτε θα χαθείς/ Κι ας έρθουν πάλι οι Πέρσες και οι Λατίνοι/ Δεν είσαι κάστρο για να πατηθείς/ είσαι το φως, Ελλάδα, που δε σβήνει».

Και ο Τίμος Μωραϊτίνης θα γράψει το ποίημα «Ελληνίδες»:

«Μερόνυχτα σκυμμένη στέκει/ και ξενυχτάει δουλεύοντας για την Πατρίδα/ κι ενώ σκυμμένη πλέκει/ έχει ψηλά το μέτωπο η Ελληνίδα.

Και τα βελόνια γίνονται σπαθιά/ που βγαίνουν απ' τη χρυσή τους θήκη/  ν’ αγωνιστούνε με το νιο πολεμιστή./ Και πλέκουν ως τη νύχτα τη βαθιά/ κι είναι άσωστη κι ατέλειωτη η κλωστή, όσο κι η Νίκη».

Ενώ ο Νικηφόρος Βρεττάκος το ποίημα «Μάνα και γιος»:

«Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε/ κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της/ μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος/ σαν να 'χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν/ τραγούδια κι αναπήδιαγαν τα έλατα και χόρευαν/ οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: Ιτε παίδες Ελλήνων/ Φωτεινές σπάθες οι ψυχές/ σταυρώναν στον ορίζοντα/ ποτάμια πισωδρόμιζαν/ τάφοι μετακινόνταν...».

Θα ήταν επίσης σφάλμα να μην αναφέρουμε ότι με την ίδια ποιητική δεινότητα έγραψαν στίχους για το '40 ο Γ. Σουρέλης, ο Στ. Σπεράντζας, ο Γ. Βερίτης, ο Ιω. Πολέμης, ο Ηλ. Αργυρόπουλος το γνωστό «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», ο Γ. Σαραντάρης, ο Τάκης Μπάρλας, ο Σπ. Παναγιωτόπουλος.

Αφήνω τελευταίο το ποίημα «28 Οκτωβρίου 1940» που έγραψε το Νοέμβρη του '40 ο Γ. Ρίτσος, ως ιδιαίτερα περιγραφικό για εκείνη την εποχή και άκρως μηνυματικό για όλους τους λαούς του κόσμου:

«Ανοίγουν τα παράθυρα/ κι όσοι μένουν χαιρετούν αυτούς που φεύγουν/ και φεύγουν όλοι./ Γέμισαν οι πόλεις τύμπανα και σημαίες. / Ορθή η αυγή σημαιοστολίζει τα όνειρά μας/ κι η Ελλάδα λάμπει μες/ στα φώτα των/ ονείρων μας./ Νικούμε. Νικούμε/ Πάντα νικάει το δίκιο!/ Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος./ Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει στον πόλεμο./ Μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα».

Ο Οδυσσέας Ελύτης πολέμησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στην Αλβανία, ήρθε αντιμέτωπος με τον θάνατο και μέσα από την ποίησή του έκανε πραγματικό έπος αυτό τον πόλεμο. Αποτίοντας φόρο τιμής σε συναγωνιστές του που έδωσαν τη ζωή τους στην Πίνδο, δημοσιεύει το 1945 το ελεγειακό ποίημα «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Το έργο είναι βιωματικό, γραμμένο σαν δημοτικό μοιρολόι σε ελεύθερο και 15σύλλαβο στίχο αλλά και με υπερρεαλιστικά στοιχεία:

«Ηταν γενναίο παιδί./ Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του/ Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά/ Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι/ Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά/ Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του/ - Φωτιά στην άνομη φωτιά! -/ Με το αίμα πάνω από τα φρύδια/ Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε/ Υστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν/ Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής/ Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο/ Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας/ Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας/ Δεν έκλαψαν/ Γιατί να κλάψουν/ Ηταν γενναίο παιδί!».

Τα κείμενα των λογοτεχνών μας για το ’40 είναι πηγές με νερό καθαρό... Ας σκύψουμε να πιούμε και ν’ αναβαπτιστούμε σ’ αυτές...

 Αντωνία Παυλάκου - Χριστακοπούλου

Φιλόλογος - συγγραφέας

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση


NEWSLETTER